<>

Ο ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΥΔΑΤΟΣ

Categories: ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΥΝΑΞΕΩΝ ΜΕΛΕΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

Του Ιωάννη Β. Κωστάκη

Κάθε χρόνο στις  ημέρες του αγίου δωδεκαημέρου γιορτάζουμε τη μεγάλη  Δεσποτική εορτή της Ορθοδοξίας, τα Άγια Θεοφάνεια, η οποία αναφέρεται α) στη βάπτιση του Κυρίου Ιησού ως ανθρώπου,  στα ύδατα του Ιορδάνου ,και β)στην εκ νέου φανέρωση της Αγίας Τριάδος στον κόσμο. Η εορτή αυτή στην Εκκλησιαστική μας ευσέβεια και εμπειρία, είναι το κατ’ εξοχήν γεγονός που αποκαλύπτει στον κόσμο την λυτρωτική χάρη, την οποία πρόσφερε στους ανθρώπους ο Ιησούς Χριστός. Η φανέρωση όμως του Θεού γίνεται και στην προσωπική ζωή του κάθε ανθρώπου, ώστε να μπορούμε να μιλάμε και για «προσωπικά Θεοφάνεια», τα οποία κάθε πιστός οφείλει να τιμά και να εορτάζει.

Αυτό που κάνει τον άνθρωπο χριστιανό, μέλος του σώματος του Χριστού, της Εκκλησίας Του, και του φανερώνει τον Θεό στην προσωπική του ζωή, είναι η Θεία χάρις. Όλοι γνωρίζουμε τη λέξη χάρις. Την συναντούμε όταν μελετούμε την Αγία Γραφή. Την ακούμε συχνά στη θεία λατρεία και το κήρυγμα. Την αναφέρουμε στις θρησκευτικές συζητήσεις. Τι σημαίνει άραγε; Η χάρη είναι προσωπική δωρεά. Προϋποθέτει μια σχέση μεταξύ δύο άνισων προσώπων. Μεταξύ ισχυρότερου και ασθενέστερου, κυρίου και δούλου, πλούσιου και φτωχού.

Στη σχέση αυτή ο κατώτερος είναι ένοχος για κάποιο σφάλμα που έκανε εκ προθέσεως ή αδυναμίας ή για κάποιο σημαντικό χρέος που δημιούργησε. Δεν μπορεί όμως μόνος του, για διάφορους λόγους  να επανορθώσει και να εξοφλήσει το χρέος του. Τότε έρχεται η αγαθότητα, η αγάπη, η μεγαλοψυχία του ανώτερου, του ισχυρότερου, του πλουσιότερου, τον οποίο ο ένοχος  προσέβαλε, έβλαψε, αδίκησε  με τη συμπεριφορά του, και αφού διαγράφει το χρέος  και  συγχωρεί το αδίκημα αποκαθιστά σχέση αγάπης και κοινωνίας, ο ισχυρός, ο πλούσιος, ο κύριος με τον αδύναμο, το φτωχό, τον δούλο.

Στα πλαίσια δε της Χριστιανικής πίστης χάρη  σημαίνει δωρεά του Θεού προς τους ανθρώπους. Η δωρεά αυτή κορυφώθηκε με το απολυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού. Η υλοποίηση του προαιώνιου σχεδίου της θείας οικονομίας στο πρόσωπο του Χριστού, λύτρωσε το ανθρώπινο γένος και ολόκληρη την κτίση. Απάλλαξε το άνθρωπο από τα δεσμά της αμαρτίας και την κυριαρχία του θανάτου. Συμφιλίωσε τον αποστάτη άνθρωπο με το Θεό-πατέρα, χαρίζοντάς του τη δυνατότητα αιώνιας ζωής. Όλα αυτά συνιστούν αυτό που ονομάζουμε σωτηρία, η οποία είναι χάρη, δωρεά του Χριστού. Ο άνθρωπος ούτε να την απαιτήσει μπορεί από το Θεό, ούτε και να την αποκτήσει μπορεί με τις δικές του δυνάμεις. Η χάρη είναι δώρο που μας παρέχει η αγάπη και η φιλανθρωπία του Θεού.

Αυτή η χάρη ως δυνατότητα σωτηρίας δίδεται σε κάθε άνθρωπο ΔΩΡΕΑΝ. Χαρίζω, άλλωστε σημαίνει δωρίζω. Δεν μας χρωστάει τίποτα ο Θεός. Ο Θεός προσφέρει, χαρίζει την αγάπη του σε «πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους», συνεχώς, ακαταπαύστως με πολλούς και ποικίλους τρόπους.

Την ίδια ετυμολογική ρίζα με την λέξη χάρις, έχει και η λέξη χάρισμα. Στη γλώσσα της Καινής Διαθήκης χάρισμα-χαρίσματα σημαίνει τις ποικίλες δωρεές του Θεού προς τους ανθρώπους, με πρώτη και κύρια την δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Αυτό το Άγιο Πνεύμα είναι που «λαλεί, ενεργεί, διαιρεί τα χαρίσματα» και «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας».

Το Άγιο Πνεύμα απ’ την ώρα του βαπτίσματός μας χαρίζει την δυνατότητα της προσωπικής οικείωσης (=να κάνουμε προσωπικό μας κτήμα),της θείας χάρις που πηγάζει από το σταυρό του Χριστού, και εμπλουτίζει τον κάθε βαπτισμένο πιστό με τα χαρίσματά του. Αυτή η χάρις προσφέρεται πλούσια σε κάθε πιστό, μέσα στην αγία Ορθόδοξη Εκκλησία –και μόνο σ’ αυτή-δια μέσου των ιερών μυστηριακών τελετών και λοιπών ακολουθιών. Έτσι έχει απόλυτη ισχύ και μεγάλη αποκαλυπτική σημασία ο λόγος του Αποστόλου Παύλου προς τους Χριστιανούς της Εφέσου, ο οποίος περιλαμβάνεται στο Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής μετά τα Φώτα, όπου τονίζει εμφαντικά ότι: «Ενί εκάστω εδόθη η χάρις, κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού». Όλοι οι πιστοί πρέπει να είμαστε ένα. Μια ακόμα αιτία ενότητας μεταξύ των χριστιανών είναι η ποικιλία των χαρισμάτων, που διανέμονται στον καθένα «επ’ αγαθώ όλης της εκκλησίας». Ουδείς παραγκωνίζεται. Καθένας έχει την μοναδική και ανεπανάληπτη θέση του «ως εμέτρησεν ο δωρησάμενος». Κι αυτή η θέση του κάθε μέλους είναι δωρεά. Δεν πήρε περισσότερο κάποιος γιατί το αξίζει, και άλλος λιγότερο λόγω αναξιότητας. Δεν εξοφλεί ο Θεός χρέη του προς τους ανθρώπους, στους οποίους «ουδέν οφείλει». Αυτή η χάρις δεν δίδεται τυχαίως , εξ’ ίσου προς όλους, αλλά σύμφωνα με τα σοφά σχέδια του Θείου αρχηγού της Εκκλησίας, «κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού».

Που όμως θα βρούμε αυτή την τόσο αναγκαία σωτηριώδη χάρη; Αυτή η χάρη είναι αποταμιευμένη στην αγκαλιά της μεγάλης πνευματικής μας μάνας , στην μια αγία Ορθόδοξη Εκκλησία. Σ’ αυτή εμπιστεύθηκε ο Κύριος τα χαρίσματα Του και δι’ αυτής τα προσφέρει στα μέλη του σώματος του, στους πιστούς. Η Εκκλησία είναι η πνευματική τράπεζα στην οποία είναι κατατεθειμένος ο άφθαρτος ,ο πλούσιος, ο αμείωτος θησαυρός της θείας χάρις .Η Εκκλησία είναι η ταμειούχος της θείας χάρης.

Αυτός ο Χριστός έδωκε στην Εκκλησία Του προφήτες, Αποστόλους, Ευαγγελιστές, κήρυκες, ποιμένες και διδασκάλους «εις καταρτισμόν των αγίων».   Τους λειτουργούς Του τους χαριτώνει με την χάρη της ειδικής ιεροσύνης  και τους καθιστά ικανούς διαχειριστές των δωρεών του, της χάρις Του. Αυτοί οι λειτουργοί του Υψίστου δια των μυστηριακών τελετών και αγιαστικών πράξεων που τελετουργούν μεταδίδουν, σκορπούν  τη χάρη και την ευλογία στους πιστούς, ανεξάρτητα από την προσωπική τους κατάσταση. Βοηθούν τους πιστούς(-παρά τις προσωπικές τους ελλείψεις και αδυναμίες-)να φθάσουν «εις άνδρα τέλειον εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». Δηλαδή βοηθούν τους πιστούς να αποκτήσουν «την ολοτελή και πλήρη γνώση και πίστη περί του Χριστού».

Με την απροσμέτρητη φιλανθρωπία Του ο Κύριος άφησε σε όλους και στον καθένα χωριστά όλα τα δώρα της αγιότητάς Του, όλη την αγία Εκκλησία Του. Όσο ο άνθρωπος Εκκλησιοποιείται, Χριστοποιείται, τόσο έχει μερίδιο και συμμετοχή στα δώρα του. Και το κύριο και πρώτιστο δώρο, που δίνει ο Χριστός είναι η αιώνιος ζωή. Στον καθένα δίδεται χάρις. Ο Κύριος μετρά τη χάρη του στον καθένα, σύμφωνα με τον αγώνα που κάνει, στην πίστη, στην αγάπη, στην ευσπλαχνία, την προσευχή, κ.λ.π. κατά την αναλογία της καθαρότητας  εκάστου.

Στην αγία ορθοδοξία μας κατά τη διάρκεια των εορτών του αγίου Δωδεκαήμερου, με αποκορύφωμα την μεγάλη εορτή των Φώτων ζούμε κάθε χρόνο, πιο εμφαντικά, δύο σημαντικούς τρόπους-μέσα δια των οποίων μεταδίδεται η θεία χάρη σε ολόκληρη την κτίση ,σε όλους τους πιστούς αλλά και «Ενί εκάστω»,στον καθένα ξεχωριστά-προσωπικά ,όπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος .

Ο πρώτος τρόπος μετάδοσης της θείας χάρης είναι το ιερό μυστήριο του αγίου βαπτίσματος, με το οποίο ο  βαπτιζόμενος την δέχεται ως προσωπικό δώρο με την ένταξή του στο σώμα της Εκκλησίας. Είναι η κορυφαία εκείνη στιγμή που ο τριαδικός Θεός φανερώνεται στην προσωπική ζωή του νεοφώτιστου  μέλους της Εκκλησίας. Η ώρα της επίσημης κατάταξης στο στρατό του Χριστού είναι η τελετή του βαπτίσματος ,για να ακολουθήσει η πνευματική οπλοδοσία με το μυστήριο του χρίσματος. Η χρίση του βαπτισμένου με το άγιο μύρο, που αποτελείται από 40 αρωματικές ουσίες , συμβολίζει τα πάμπολλα χαρίσματα –όπλα πνευματικά, με τα οποία οπλίζεται ο πιστός, για να μπορεί να αντιπαλαίει προς τις «μεθοδείες του άρχοντος του σκότους του αιώνος τούτου».

Το βάπτισμα είναι ο δρόμος που μας οδηγεί από το πνευματικό σκοτάδι στο φως. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, στην Εκκλησιαστική συνείδηση και πράξη όταν μιλάμε για το ιερό αυτό μυστήριο, χρησιμοποιούμε  φράσεις όπως: Φώτα, φωτισμός, φωτίκια, νεοφώτιστος κ.λ.π. Το άγιο βάπτισμα είναι, λοιπόν, το εισαγωγικό μυστήριο στο χώρο της Εκκλησίας. Η προσωπική ώρα που θεία χάρη επισκιάζει το νέο μέλος.

Θα σχολιάσουμε, όμως, εκτενέστερα τον δεύτερο τρόπο-μέσο με το οποίο η αγιαστική χάρη μεταδίδεται συνεχώς στη ζωή των πιστών. Πρόκειται για τον τρόπο και το μέσο που γνωρίζουμε καλύτερα και ζούμε εντονότερα τις ημέρες του αγίου Δωδεκαημέρου, με αποκορύφωμα την παραμονή και την ημέρα των Θεοφανείων. Όλοι γνωρίζουμε την ύπαρξή του. Σπάνια όμως κατανοούμε τη χρησιμότητα το νόημα και τις ωφέλειες που αποκομίζουμε από την συχνή – καθημερινή χρήση του. Πρόκειται για τον αγιασμό του ύδατος, του βασικού αυτού στοιχείου, που είναι η μήτρα μέσα στην οποία κυοφορήθηκε η αρχή της ζωής.

Η διαφορά ανάμεσα στους δύο τρόπους-μέσα μετάδοσης της θείας χάρης είναι ότι: Το μεν βάπτισμα γίνεται μία και μόνη φορά στη ζωή του ανθρώπου, αφού είναι μη επαναλαμβανόμενη μυστηριακή τελετή, και γίνεται συνήθως σε μικρή ηλικία. Ενώ ο αγιασμός του ύδατος και γενικώς των υλικών πραγμάτων, ως επαναλαμβανόμενα, είναι μυστηριακές τελετές που γίνονται χωρίς αριθμητικούς, χρονικούς ή ηλικιακούς περιορισμούς.  Ο Θεός αγιάζει, θεραπεύει τις ασθένειές μας και επικοινωνεί μαζί μας κρυπτόμενος πίσω από φυσικά απλούστατα στοιχεία, για να δοκιμάζεται η πίστη μας. Και απόδειξη: ο αγιασμός δια του ύδατος, η θεραπεία δια του αγίου ελαίου, τα διάφορα φάρμακα κ.λ.π. καθώς και η θεία κοινωνία με άρτο και οίνο, τα οποία είναι στη διάθεση των μελών της Εκκλησίας για καθημερινή ενίσχυσή τους στον άνισο σκληρό πνευματικό αγώνα που καλούνται να διεξάγουν.

Αλλά τι είναι  και ποιο είναι το νόημα του αγιασμού των υδάτων, με τις καθιερωμένες μυστηριακές τελετές της Εκκλησίας του Μικρού και του Μεγάλου αγιασμού; Ο πατέρας της μυστικής θεολογίας Ψευδοαρεοπαγίτης αποκαλεί το βαπτιστήριο «μητέρα της υιοθεσίας». Το αρχαίο βαπτιστήριο διαδέχθηκε η σημερινή κολυμβήθρα, απ’ την οποία σαν από πνευματική μήτρα αναγεννιέται ο θνητός άνθρωπος και υιοθετείται από τον Θεό.

Η καθαρτήριος ύλη του λουτρού του βαπτίσματος είναι το νερό, πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε ο πύργος της Εκκλησίας, και με το οποίο «η ζωή ημών σέσωσται» , όπως γράφει ο Ερμάς στο βιβλίο του «ο ποιμήν», απ’ τις αρχές του β΄αιώνα μ.Χ.

Ο δε Τερτυλλιανός παρατηρεί ότι στο νερό «ιχθύδια ημείς, ως ο ημέτερος μυστικός ΙΧΘΥΣ  Ιησούς Χριστός εν τω ύδατι γεννώμεθα».  Κατά τον ιερό Δαμασκηνό «απ’ αρχής πνεύμα Θεού επεφέρετο τοις ύδασι». Στην δε εποχή του Νώε, με νερό ο Θεός κατέκλυσε την κοσμική αμαρτία. Το νερό θεωρεί απαρχή των όντων ο Θαλής. Το νερό τέλος είναι κοινό, πρόχειρο και προσιτό σε όλους πολύτιμο στοιχείο της φύσης. Γι’ αυτό όλοι έχουν τη δυνατότητα της αναγέννησης και όσοι επιθυμούν μπορούν να επαναλάβουν τον λόγο του ευνούχου της βασίλισσας της Κανδάκης προς τον Απόστολο Φίλιππο: «ιδού ύδωρ τι κωλύει με βαπτισθήναι;».

 Αλλά το απλό νερό θα ήταν νεκρή ύλη, η οποία θα καθάριζε μόνο εξωτερικά το σώμα, αν δεν προστίθονταν σ’ αυτό οι επικλήσεις, οι ευχές που περιλαμβάνονται στις ακολουθίες του αγιασμού (Μικρού και Μεγάλου), όπως αυτές διασώζονται στο λειτουργικό βιβλίο της Εκκλησίας «Ευχολόγιον το Μέγα». Οι επικλήσεις καθικετεύουν την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος: α) για να κάνει το νερό «αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον».

β) Να το αναδείξει σε : «ύδωρ απολυτρώσεως, ύδωρ αγιασμού», ώστε να χαρίζει    γ) « καθαρισμόν σαρκός και πνεύματος, άνεσιν (=απαλλαγή)δεσμών, άφεσιν παραπτωμάτων, φωτισμόν ψυχής, λουτρόν παλιγγενεσίας, ανακαινισμόν πνεύματος, υιοθεσίας χάρισμα, ένδυμα αφθαρσίας, πηγήν ζωής».

 Συνεπώς το αισθητό αυτό απλό στοιχείο, το νερό, με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «αντιστοιχειούται προς Θείαν τινα δύναμιν», κατά το άγιο Κύριλλο. Με την επίκληση του ονόματος της Αγίας Τριάδος αγιάζεται η φύσις των υδάτων και χορηγείται άφεση αμαρτιών. Όπως δε διαβεβαιώνει ο ιστορικός Θεοδώρητος: Εάν δεν γίνει αυτή η επίκληση του Αγίου Πνεύματος, απ’ τον ευσεβή λειτουργό-ιερέα, ο άνθρωπος που βαπτίζεται μπαίνει μέσα σε απλό νερό, όπως οι Ιουδαίοι, και απαλλάσσεται μόνο από τους σωματικούς ρύπους, όχι όμως απ’ τους  ρύπους  της ψυχής, τις αμαρτίες.

Στην αγιαστική τελετή του ύδατος κατά την Εκκλησιαστική τάξη, γίνεται επίκληση του Αγίου Πνεύματος, το οποίο κατέρχεται, και τότε το κοινό, απλό νερό που ήταν προηγουμένως, τώρα επενδύεται με  θαυμαστή δύναμη. Αυτό προτυπώνεται και συμβολίζεται στην Παλαιά Διαθήκη με την ράβδο του Μωϋσή  με την οποία διαιρεί την Ερυθρά θάλασσα, εξάγει νερό από τον βράχο στην έρημο και το «πικρόν ύδωρ» της πηγής Μερά «εις γλυκύτητα μεταποιείται». Αυτά ήταν τύπος, σύμβολο του ευλογημένου, αγιασμένου νερού της Χριστιανικής κολυμβήθρας.

 Το θυσιαστήριο, ο άγιος λίθος του ιερού ναού ήταν στη φυσική του κατάσταση κοινή πέτρα, χωρίς ιδιαίτερη σημασία και αξία. Δεν διέφερε σε τίποτα από τις άλλες πέτρες με τις οποίες κτίζονται σπίτια, τοίχοι και καλλωπίζονται περιοχές. Απ’ την ώρα, όμως, που καθιερώθηκε στη λατρεία του Θεού και δέχθηκε την ευλογία με την «Ακολουθία εις εγκαίνια Ναού», μετατράπηκε σε Αγία Τράπεζα και σε άχραντο θυσιαστήριο, που δεν επιτρέπεται, παρά μόνον σε ιερείς, να την αγγίξουν και ψηλαφίσουν  και όχι στα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας. Είναι χαρακτηριστικά αποκαλυπτικός αυτής της σημαντικής αλήθειας ο σχετικός ύμνος που ψάλλεται στον Όρθρο σε ήχο πλάγιο α, και λέγει: «Ο επί των κόλπων των Πατρικών, επαναπαυόμενος Λόγε, το Πνεύμα σου το Άγιον κατάπεμψον εν τω Ναώ, τω εις το όνομά σου ανεγηγερμένω».

 Ακόμα ο άρτος που τρώγεται για την κάλυψη των αναγκών του σώματος, είναι το κοινό ψωμί. Όταν όμως προσφερθεί και ιερουργηθεί μεταστοιχειώνεται, και γίνεται Σώμα Χριστού. Επίσης ο ιερέας ως άνθρωπος, χθες, προηγουμένως, προ της χειροτονίας του, ήταν ένας απλός άνθρωπος ανάμεσα στους πολλούς. Αναδείχθηκε, όμως, δια της πανσθενουργού χάριτος του Αγίου Πνεύματος, κατά την ώρα της  χειροτονίας του σε καθηγεμόνα, διδάσκαλο ευσεβείας, μυσταγωγό «λανθανόντων μυστηρίων», ικανό να καταβιβάζει τον ουρανό στη γή και να συλλειτουργεί με τους αγγέλους. Και φυσικά όλα αυτά δεν αποτελούν αμοιβή του σώματος ή της μορφής ή της αρετής του. Με τη χειροτονία  όμως χωρίστηκε απ’ την κοινότητα των πολλών. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το νερό που αγιάζεται. Το υγρό στοιχείο, το  τόσο απαραίτητο για τη ζωή, μεταβάλλεται μεταστοιχειώνεται εσωτερικά «τη δυνάμει, και ενεργεία, και επιφοιτήσει του Αγίου Πνεύματος». Δι αυτού του αγιασμένου ύδατος «η χάρις του Πνεύματος,  τοις πιστώς αντλούσιν, αοράτως επιδίδοται, παρά Χριστού του Θεού, και Σωτήρος των ψυχών ημών».

Έτσι το αγιασμένο νερό παύει πλέον να λογαριάζεται ως κοινό και   συνηθισμένο χωρίς ιδιαίτερη σημασία και αξία. Έχει τώρα φορτισθεί με μυστική, ανερμήνευτη θεία δύναμη και ενέργεια. Γι’ αυτό ο τελετουργός ιερέας με έμφαση ικετεύει λέγοντας: «και καταξίωσον ημάς , Κύριε, εμπλησθήναι αγιασμού, δια της του ύδατος τούτου μεταλήψεώς τε και ραντισμού, και γενέσθω ημίν, εις υγείαν ψυχής τε και σώματος».   Το ύδωρ, λοιπόν, το οποίο αγιάζεται με το σώμα του Χριστού, το οποίο είναι η Εκκλησία, δεν είναι συνηθισμένο νερό του κόσμου της πτώσεως.

 Στη γεύση του δεν διαφέρει ασφαλώς  καθόλου από εκείνο το νερό, όμως το γεγονός ότι ήλθε σε σχέση με το Σώμα του Χριστού, το γεγονός ότι προσελήφθη από την Εκκλησία και έγινε «πνευματικό ποτό», το οποίο αναβλύζει από την «πνευματική πέτρα», η οποία είναι ο Χριστός, το καθιστά πηγή ευλογίας και χάριτος.

Αγιασμός Μέγας και Μικρός ονομάστηκε η λειτουργική πράξη της Εκκλησίας δια της οποίας καθαγιάζεται νερό, με ορισμένες ευχές και επίκληση του Αγίου Πνεύματος , καθώς επίσης και με την σταυροειδή ευλογία και εμβάπτιση του τιμίου Σταυρού. Η τελετή αυτή λέγεται αγιασμός γιατί με το ευλογημένο νερό και «δια της του ύδατος τούτου μεταλήψεως και ραντισμού», πιστεύουμε ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε από των αμαρτιών. Γι’ αυτό παρακαλούμε το Θεό ώστε το αγιαζόμενο νερό, να γίνει «ιαματικό ψυχών και σωμάτων και πάσης αντικειμένης δυνάμεως αποτρεπτικόν». Ο αγιασμός στηρίζεται στην βεβαία πίστη των Χριστιανών ότι στο αγιασμένο νερό μεταδίδονται πνευματικές χάριτες και ιαματικές ιδιότητες έτσι, ώστε αυτό να αναδεικνύεται «αποτρόπαιον πάσης επιβουλής ορατών και αοράτων εχθρών».

Με την αμαρτία ο άνθρωπος υποδουλώθηκε στον κόσμο, στην υλική κτίση. Η απελευθέρωσή του αρχίζει με την απελευθέρωση της ύλης, δηλαδή τον καθαρισμό και τη λύτρωση της ύλης, την αποκατάστασή της «εις το αρχαίον κάλος» το πρωταρχικό της  λειτούργημα και αποστολή. Δηλαδή να είναι σημάδι, μέσο της παρουσίας του Θεού, και συνεπώς προστασία και άμυνα ενάντια στην καταστροφική δαιμονική πραγματικότητα. Σ’ αυτή την κατεύθυνση απελευθέρωσης της υλικής κτίσης και αποκατάστασής της στον σκοπό της δημιουργίας αποβλέπει η μυστηριακή τελετή του αγιασμού των υδάτων.

Η χρήση του αγιασμένου νερού ανάγεται στους παλαιούς Χριστιανικούς χρόνους. Ο ιστορικός Θεοδώρητος , που έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα,  ομιλεί για τον ζηλωτή επίσκοπο Απάμειας Άγιο Μάρκελλο. Ο Άγιος μη δυνάμενος να γκρεμίσει το μεγαλύτερο ειδωλολατρικό τέμενος-Ναό της περιοχής, επειδή η οικοδομή του ήταν στερεά, και επειδή οι τέσσαρες κίονές του δεν ήταν εύκολο να συντριβούν, παρακαλούσε  τον Θεό να του φανερώσει τον τρόπο δια του οποίου θα μπορούσε  να κατεδαφισθεί το «ειδωλείον». «Όθεν ευρέθη άνθρωπος, όστις χωρίς να είναι οικοδόμος ούτε πετροκόμος, αλλά μόνον συνηθισμένος να φέρη ξύλα εις τους ώμους  του, έσκαψε τριγύρω τας τρείς στήλας  και  έβαλε εις αυτάς ξύλα ελαίας». Η σχετική διήγηση προσθέτει ότι ο άνδρας έτρεξε στον Ναό του Θεού και έδωσε εντολή να φέρουν νερό σε ένα δοχείο. Έβαλε το νερό κάτω από το Θείο θυσιαστήριο, την Αγία Τράπεζα, ενώ αυτός γονάτισε και έθεσε το μέτωπό του στο έδαφος, παρακαλώντας τον φιλάνθρωπο Δεσπότη. Κατόπιν σφράγισε το νερό δια του τιμίου Σταυρού και το έδωσε στον διάκονο Εκύτιο, να ραντίσει το είδωλο. Όταν ο διάκονος το ράντισε, τότε «εν ακαρεί το ειδωλείον κατηναλώθη».

Αξίζει όμως να αναφερθούν αυτολεξεί τα όσα ο ιστορικός Θεοδώρητος διηγείται:

«Ούτω δε τρείς των κιόνων ορύξας την φλόγα τοις ξύλοις προσήνεγκεν, αλλ’ ουκ’ εία κατά φύσιν υπό του πυρός τα ξύλα δαπανάσθαι δαίμων τις φαινόμενος μέλας, και κωλύων της φλογός την ενέργειαν. Επειδή δε πολλάκις τούτο δράσαντες, ανίκητον εώρων την μηχανήν, εμήνυσαν τούτο τω ποιμένι (ήτοι τω Αγίω Μαρκέλλω) κατά μεσημβρίαν καθεύδοντι.Ο δε παραυτίκα εις τον θείον δραμών Ναόν, και εις άγγος ύδωρ κομισθήναι προστάξας, έθηκε μεν τον ύδωρ υπό το θείον θυσιαστήριον, αυτός δε εις το έδαφος το μέτωπον θείς τον φιλάνθρωπον ηντιβόλει Δεσπότην, μη επί πλείστον ενδούναι τη τυραννίδι του δαίμονος, αλλά και την ασθένειαν την εκείνου γυμνώσαι, και την οικείαν δύναμιν επιδείξαι, ίνα  μη πρόφασις εντεύθεν τοις απίστοις μείζονος γένηται βλάβης. Ταύτα ειπών, και όσα τούτοις παρόμοια, και επιθείς του σταυρού τον τύπον τω ύδατι, Εκύτιόν τινα διακονίας ηξιωμένον, πίστει και ζήλω πεφραγμένον, λαβείν τε το ύδωρ εκέλευσε, και δια τάχους δραμείν, και μετά πίστεως διαρράναι, και την φλόγα προσενεγκείν. Ούτω τούτου γενομένου, απέδραμεν ο δαίμων, ουκ ενεγκών την του ύδατος προσβολήν, το δε πυρ ως ελαίω τω αντιπάλω χρησάμενον ύδατι, επελάβετο των ξύλων και ταύτα εν ακαρεί κατηνάλωσε».

Απ’ την πράξη αυτή του Αγίου Μαρκέλλου  επεκράτησε η συνήθεια του να ψάλλεται την πρώτη εκάστου μηνός(πρωτομηνιά) ο μικρός αγιασμός, και να ραντίζονται με το αγιασμένο νερό οι οικίες,οι τόποι, τα κτήματα και τα διάφορα υποστατικά, και γενικώς όπου ευρίσκεται ασθένεια και «εμφιλοχωρεί ενέργεια δαιμονική», διότι αυτή διώκεται απ΄την δύναμη του αγιασμένου νερού.

Αλλού δε ο ίδιος ο Θεοδώρητος διηγείται άλλο περιστατικό που φανερώνει τη δύναμη του αγιασμένου νερού. Ο βασιλιάς Ουάλης είχε ένα ωραιότατο άλογο, που ξαφνικά αρρώστησε. Ο ιπποκόμος του, ένας ευσεβής Χριστιανός, οδήγησε το άλογο στο ερημητήριο του Αγίου Αφραάτου. Ο άγιος δεν αμέλησε καθόλου. Αλλά αμέσως αφού παρακάλεσε θερμά το Θεό, διέταξε να βγάλουν καθαρό νερό από το πηγάδι, «και τούτω του Σωτηρίου Σταυρού το σύμβολον επιθείς, προσφέρειν τω ίππω προσέταξε».  Μια τρίτη ιστορία για τη δύναμη του αγιασμένου νερού αναφέρει ο άγιος Επιφάνιος, ο οποίος έζησε πριν απ’ τον ιστορικό Θεοδώρητο. Ο ιστορικός Ιώσηπος  έζησε στα χρόνια του Μ .Κωνσταντίνου, ήταν προηγουμένως Εβραίος και έγινε μετέπειτα Χριστιανός. Ενώ δε επρόκειτο να ανεγείρει μεγάλο ναό στο όνομα του Χριστού, εμποδιζόταν από τις μαγείες των παλαιών ομοθρήσκων του και από τις δολοπλοκίες τους. Τότε έτρεξε έξω από την πόλη και διέταξε να του φέρουν νερό μέσα σε καθαρό δοχείο. Σφράγισε το νερό σταυροειδώς με το δάκτυλό του και με μεγάλη φωνή επικαλέστηκε το όνομα του Χριστού. «Εν ονόματι, είπε, Ιησού του Ναζωραίου, ον εσταύρωσαν οι πατέρες εμού και τούτων πάντων των περιεστώτων, γένοιτο δύναμις εν τούτω τω ύδατι, εις το επιτελεσθήναι τον οίκον Κυρίου».

Ύστερα απ’ αυτό «λαμβάνει το ύδωρ εν τη χειρί και ραίνει». Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την διάλυση των φαρμακειών και των μαγειών.

Στα περιστατικά που αναφέρθηκαν δεν έχουμε βέβαια τον αγιασμό ,όπως ακριβώς τον εννοούμε σήμερα σχετικά με τον ιδιαίτερο σκοπό και την εξωτερική λειτουργική διατύπωση. Έχουμε όμως κάτι παραπλήσιο, που φανερώνει πως οι ραντισμοί και αγιασμοί με το νερό, που συνδυάζονται με προσευχές και σφράγισμα με το Σταυρό , είχαν ήδη εισαχθεί σε λειτουργική χρήση από τον 4ο αιώνα, και μάλιστα τόσο συχνά, ώστε να χρησιμοποιούνται και  για ασθενή ζώα, για εγκαίνια η κατεδαφίσεις οικοδομών κ.λ.π. Υπάρχουν δύο ακολουθίες αγιασμού του ύδατος.

 Μεγάλος αγιασμός. Μαρτυρία περί του Μεγάλου Αγιασμού παρέχει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Σε ομιλία του κατά την εορτή των Φώτων περί του αγίου Βαπτίσματος λέγει χαρακτηριστικά: «Αύτη γαρ εστίν η ημέρα, καθ’ ην εβαπτίσατο ο Χριστός και την των υδάτων αγίασε φύσιν». Γι’ αυτό τα μεσάνυχτα αυτής της εορτής «άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν», καθώς μάλιστα σήμερα αγιάστηκαν τα ύδατα. Και το θαύμα είναι φανερό καθώς δεν διαφθείρεται η φύση των υδάτων εκείνων «τω μήκει του χρόνου, αλλ’ εις ενιαυτόν ολόκληρον και δύο και τρία πολλάκις έτη του σήμερον αντληθέντος ύδατος ακεραίου και νεαρού μένοντος».

Τη νύχτα της εορτής των Φώτων «συνεβαπτίζοντο μετά του βαπτιζομένου Χριστού» οι κατηχούμενοι οι οποίοι προετοιμάζονταν για το σκοπό αυτό. Τα λόγια όμως του Χρυσοστόμου δεν αναφέρονται στο βάπτισμα των κατηχουμένων. Ευλογούνταν βέβαια και το νερό του βαπτίσματος, αλλά για άλλο σκοπό. Το νερό αυτό έμενε διαρκώς στα βαπτιστήρια, ενώ το αγιασμένο νερό της ημέρας των Φώτων το έφερναν οι πιστοί στα σπίτια τους για εξαγνισμό των οικιών και φυλάσσονταν ολόκληρο το χρόνο. Το βάπτισμα άλλωστε μπορούσε να γίνει και σε οποιαδήποτε άλλη ημέρα, κατ’ εξοχήν δε το Μέγα Σάββατο, ο αγιασμός όμως των υδάτων δεν γίνονταν σε άλλη ημέρα εκτός των Φώτων.   Βεβαίως οι Χριστιανοί απέδιδαν ευεργετικές ιδιότητες και στο νερό του βαπτίσματος. Από τον ιερό Αυγουστίνο βεβαιώνεται η πίστη των χριστιανών στις ιαματικές ιδιότητες του αγιασμένου ύδατος του βαπτίσματος, απ’ το οποίο προήλθε ο Μ. Αγιασμός. Καθιερώθηκε τον Β΄αιώνα στην Ανατολική Εκκλησία σε ανάμνηση της βάπτισης του Κυρίου στον Ιορδάνη. Επεκράτησε δε αργότερα να βαπτίζονται οι κατηχούμενοι στην εορτή αυτή. Η εορτή άρχιζε το βράδυ. Οι Χριστιανοί κρατούσαν αναμμένες λαμπάδες,. Γι’ αυτό το λόγο ονομάστηκε εορτή των Φώτων. Τα μεσάνυχτα καθαγιάζονταν το νερό, που προοριζόταν για το βάπτισμα των κατηχουμένων. Απ’ αυτό το νερό έπαιρναν, όπως μας λέγει ο Χρυσόστομος, οι Χριστιανοί και το έφερναν στα σπίτια τους. Γινόταν η βάπτιση των κατηχουμένων. Διακόπτονταν η εορτή, η οποία συνεχιζόταν το πρωί. Ο ιερός Αυγουστίνος ομιλεί για κάποιους συγχρόνους του οι οποίοι έφερναν τα παιδιά τους να βαπτισθούν, όχι γιατί προσδοκούσαν τις πνευματικές χάριτες του μυστηρίου, αλλά τη θεραπεία σωματικών ασθενειών απ’ το αγιασμένο νερό του βαπτίσματος. Αλλού δε αναφέρει για δύο πρόσωπα, τα οποία κατά το βάπτισμά τους  θεραπεύτηκαν, αιφνιδίως, από ανίατες ασθένειες.

Σαφή μαρτυρία για τον Μεγάλο Αγιασμό δίδει ο Θεόδωρος ο Αναγνώστης, ο οποίος λέγει ότι: ο Πέτρος ο Γναφεύς μονοφυσίτης πατριάρχης Αντιοχείας κατά τον Ε΄αιώνα, μετέθεσε την ευλογία των υδάτων των Θεοφανείων στην παραμονή της εορτής. Από τότε επεκράτησε  και μέχρι σήμερα τελείται δύο φορές  ο αγιασμός των υδάτων. «Άπαξ μεν ταπεινότερον κατά την παραμονή των Φώτων, δεύτερον δε και λαμπρότερον κατά την κυρίαν των Φώτων εορτήν».(Κ. Καλλίνικος).

Όσον αφορά την ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού, αυτή κατά πάσα πιθανότητα θα εμφανίστηκε κατά πρώτον στην Αγία Γη,  όπου ευρίσκεται ο ποταμός Ιορδάνης. Δεν είναι γνωστό ποιος είναι ο πρώτος συνθέτης του πρώτου πυρήνα της ακολουθίας του αγιασμού. Στον πρόλογο του  Αρμενικού  Ευχολογίου φέρεται παράδοση σύμφωνα με την οποία η ακολουθία  του Μ. Αγιασμού συντάχθηκε από τον Μ. Βασίλειο όταν πέρασε από τα Ιεροσόλυμα, και ότι κάποιος Χοσρώβ  κατ’ εντολήν του αγίου Ισαάκ  αντέγραψε και μετέφερε την ακολουθία στην Αρμενία το 440 μ.Χ.

Στην ακολουθία του Μ. Αγιασμού όταν ο διάκονος τονίζει τα αιτήματα, τότε ο ιερέας λέγει «εν μυστηρίω, ήτοι μυστικώς και καθ’ εαυτόν των μυστικήν ευχήν».  Σ’ αυτή με μεγαλορρήμονες  φράσεις υψηλής φαντασίας  ανυμνείται η υπερούσια, υπεράγαθη, υπέρθεη, παντοδύναμη, πεντεπίσκοπη, δημιουργός των νοερών ουσιών  και των λογικών φύσεων Αγία Τριάδα. Εγκωμιάζεται η μεγάλη εορτή των Θεοφανείων με ποιητικές εκφράσεις ,στις οποίες η αρχική λέξη Σήμερον επαναλαμβάνεται 20 φορές με στίχους πλούσιους  σε εικόνες που διαδέχονται η μια την άλλη σε μακρότατη αλληλουχία. Στο μέσον περίπου της μακράς ευχής  «γεγονωτέρα τη φωνή» ακούγεται η δοξολογική φράση: «Μέγας εί, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα Σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων Σου». Στο σημείο αυτό  έχουμε πραγματικά την ψυχή και το κέντρο όλης της μυστηριακής τελετής. Στην μεγαλειώδη αυτή ευχή ανυμνείται ο Δημιουργός του ορατού και αοράτου κόσμου με τα έργα του. Εξαίρεται το ανέκφραστο μυστήριο της ενσάρκωσης. Υμνολογείται ο «εν Ιορδάνη επιφανείς» Χριστός και «αγιάσας τα ρείθρα» του. Όπως τότε εκεί,  έτσι και τώρα εδώ τον ικετεύουμε να εξαποστείλει το Άγιό του Πνεύμα ,για να αγιάσει το νερό , και να το κάμει «αφθαρσίας πηγήν, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον».

Μικρός Αγιασμός. Στην μακροχρόνια διαδρομή διαμόρφωσης του τυπικού των διαφόρων ιερών ακολουθιών παρατηρείται συχνά το εξής φαινόμενο. Όταν μια ακολουθία επιβληθεί  ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς την εξωτερική μορφή της, τότε κάποια άλλη μικρότερη, σαν παραφυάδα «παρά το πλευρόν της εκβλαστάνει», είτε για να την βελτιώσει και να την ακολουθεί η για να την αναπληρώσει όταν δεν τελείται. Έτσι  κοντά στην ακολουθία του Μεγάλου Εσπερινού προστέθηκε ο Μικρός Εσπερινός, στο Μεγάλο Απόδειπνο, το Μικρό Απόδειπνο, στη Μεγάλη Παράκληση, η Μικρή Παράκληση, στο επτάμορφο μυστήριο του Ευχελαίου, έγινε άλλη πενιχρότερη τελετή, χωρίς Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα, που τελείται από ένα ιερέα, στην οποία μνημονεύεται το όνομα του ασθενούς ο οποίος χρίεται με λάδι «από της φωταγωγού λυχνίας».  Αυτό το δρόμο διαμόρφωσης του τυπικού νέων ακολουθιών ακολούθησε και ο Μεγάλος Αγιασμός. Κοντά σ’ αυτόν όταν ωρίμασε μορφολογικά, τότε αναπτύχθηκε αργότερα ο Μικρός Αγιασμός. Μικρός ονομάστηκε γιατί είναι νεώτερος στην ηλικία και μικρότερος σε έκταση  και περιεχόμενο. Ακόμα είναι μικρός γιατί όσα επαγγέλλεται μια φορά το χρόνο σε μεγάλο βαθμό ο πρώτος, αυτά έρχεται να ζητήσει απ’ το Θεό σε μικρότερο βαθμό ο δεύτερος, σε οποιαδήποτε ημέρα και ώρα του έτους.

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς άρχισε να τελείται η ακολουθία του Μικρού Αγιασμού. Ο πατριάρχης Κ/πόλεως Νικηφόρος (806-815) θεωρεί ότι ο μικρός αγιασμός που ψάλλονταν την πρώτη κάθε μήνα είχε καθιερωθεί από προηγούμενους πατέρες. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Παρελάβομεν από των αγίων και  θεοφόρων πατέρων ημών το ποιείν εν τη αγία του Θεού Εκκλησία καθ’ εκάστην αρχήν μηνός αγιασμόν». Ο δε Βαλσαμών ερμηνεύοντας τον 65ο κανόνα της Πενθέκτης συνόδου, που απαγορεύει ειδωλολατρικές νουμηνίες και κλήδονες, λέγει ότι αντί αυτών η Εκκλησία καθιέρωσε «Θεού χάριτι» να γίνονται κάθε πρωτομηνιά «ιλαστήριοι ευχαί προς Θεόν και αγιασμοί» και ευλογία ύδατος.

Οι αγιασμοί που γίνονται κάθε πρωτομηνιά δεν είναι βέβαια σύγχρονοι του Χρυσοστόμου, Επιφανίου, Θεοδωρήτου ή και του Σωφρονίου. Καθιερώθηκαν πριν απ’ τον 8ο αιώνα ως αντίμετρο στις ειδωλολατρικές τελετές θαλασσίων ραντισμών και αγνισμών, που έπρεπε η Εκκλησία να αντιμετωπίσει με το ίδιο όπλο. Η σχετική ακολουθία  προοδευτικά έλαβε την τελική μορφή που γνωρίζουμε σήμερα. Το βασικό  αίτημα της  τελετής παρουσιάζεται συμπυκνωμένο σε παμπάλαιο ευχολόγιο με τα εξής λόγια: «Αγίασον, Κύριε, το ύδωρ τούτο, ο δι’ ύδατος ημάς  αναπλάσας  συντριβέντας. Κατάπεμψον αυτώ την χάριν του αγίου Σου Πνεύματος. Σβέσον δι’ αυτού τα πεπυρωμένα του εχθρού βέλη, δι’ ων ψυχάς και σώματα ο πολέμιος ημών τιτρώσκει. Ποίησον αυτό ασθενούντων ιατήριον, υγιαινόντων φυλακτήριον. Κάθαρον ημάς δια του ραντισμού αυτού, ο τον κόσμον δια του αίματός Σου αποκαθάρας…».

 Η ακολουθία του μικρού αγιασμού που έχει και θέση παράκλησης και καθαρισμού διαμορφώθηκε σιγά, σιγά  σε μερικά σημεία της εξ’ επιδράσεως της ήδη διαμορφωμένης ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού.

Στο Δ΄ βιβλίο των Βασιλειών της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρεται ένα  ωραίο περιστατικό, το οποίο παρουσιάζει τις άκτιστες θείες ενέργειες ,να δρουν με τα νερά του Ιορδάνη και να θεραπεύουν από τη λέπρα τον αρχιστράτηγο της Συρίας Ναιμάν.

Μια μικρή αιχμάλωτη Εβραιοπούλα που καταγόταν απ’ την Παλαιστίνη και ήταν δούλη της συζύγου του Ναιμάν εξέφρασε στην κυρία της την βεβαιότητα ότι: αν ήταν δυνατόν να παρουσιασθεί ο λεπρός σύζυγός της προ του προφήτη Ελισαίου, ο άνθρωπος αυτός του Θεού, μπορούσε να τον θεραπεύσει. Εφοδιασμένος με συστατικά γράμματα του βασιλιά της Συρίας ο Ναιμάν  πήγε στον βασιλιά του Ισραηλιτικού λαού τον Ιωράμ με πλούσια δώρα. Απ’ εκεί πορεύονταν να συναντήσει τον προφήτη Ελισαίο. Ο προφήτης που πληροφορήθηκε το σκοπό της επίσκεψης του Ναιμάν, τον ειδοποίησε να μεταβεί πρώτα στον Ιορδάνη ποταμό και να λουσθεί εκεί επτά φορές, για να καθαρισθεί το σώμα του από τη λέπρα.

Τότε ο Ναιμάν, που περίμενε προσωπική υποδοχή απ’ τον προφήτη, ένοιωσε πληγωμένο τον εγωισμό του, οργίστηκε απ την ειδοποίηση του προφήτη και είπε: « Εγώ νόμισα ότι θα εξέλθει να με συναντήσει, θα επικαλεσθεί το όνομα του Θεού του, θα επιθέσει το χέρι του πάνω στο άρρωστο σώμα μου και θα θεραπεύσει τη λέπρα μου. Μήπως δεν είναι οι ποταμοί της Δαμασκού, ο Αβανά και ο Φαρφάρ , καλλίτεροι απ’ όλους τους ποταμούς του Ισραήλ; Γιατί λοιπόν να μην πάω να λουστώ σ’ αυτούς και να καθαριστώ»;

Αυτά είπε θυμωμένος ο Ναιμάν και άλλαξε δρόμο. Τότε τον πλησίασαν οι δούλοι του και του είπαν: «Μήπως σου ζήτησε ο προφήτης κανένα δύσκολο έργο, το οποίο δεν μπορείς να κάνεις; Σου είπε απλώς να λουσθείς και θα καθαρισθείς.». Τότε ο Ναιμάν υποχώρησε. Πήγε στον Ιορδάνη, λούστηκε στα νερά του επτά φορές  «και επέστρεψεν η σαρξ αυτού ως σαρξ παιδαρίου μικρού, και εκαθαρίσθη». Ύστερα απ’ την εκπληκτική θεραπεία του ο Ναιμάν επέστρεψε στον Ελισαίο, μαζί με ολόκληρη τη συνοδεία του, και του είπε: «Να τώρα πείστηκα ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός σε όλη τη γη, παρά μόνο αυτός, ο οποίος υπάρχει στον Ισραήλ».

Όπως σωστά υπονοεί ο Ναιμάν, δεν πρόκειται εδώ για κάποια μαγική ιδιότητα των υδάτων του Ιορδάνη, αλλά για την ιαματική δράση των άκτιστων θείων ενεργειών, οι οποίες ξεχώρισαν με την παρουσία τους τα νερά του Ιορδάνη, από τα νερά των ποταμών της Δαμασκού. Ακριβώς αυτή η παρουσία των θείων ενεργειών καθιστά το νερό ιαματικό και γι’ αυτό το λόγο ο Ναιμάν αναγνωρίζει ως μόνο αληθινό Θεό, τον Θεό του Ισραήλ. Την ίδια ιαματική δύναμη παρουσιάζουν και τα ύδατα της κολυμβήθρας της Βηθεσδά, τη στιγμή κατά την οποία ταράσσονταν από τον άγγελο του Κυρίου: Εκείνος που έμπαινε πρώτος μετά την ταραχή του ύδατος»υγιή εγένετο οδήποτε κατείχετο νοσήματι».

Η φύσις των υδάτων αγιάστηκε με την βάπτιση του Χριστού στον Ιορδάνη. Τα νερά του δεν δέχθηκαν μόνο το Χριστό, αλλά συνέβη κάτι πολύ σημαντικότερο: Ο Χριστός δέχθηκε στην αγκαλιά του τα ύδατα και όλα τα στοιχεία της φύσης, και τα αγίασε, όπως πάνω στο σταυρό στις απλωμένες αγκάλες του δέχθηκε ολόκληρη τη δημιουργία και με το αίμα του την ελευθέρωσε από τα δεσμά του διαβόλου. «Ήπλωσας τας παλάμας και ήνωσας τα το πριν διεστώτα».

Απ’ όσα αναφέρθηκαν μέχρις  εδώ, προκύπτει η αλήθεια ότι το αγιασμένο νερό χρησιμοποιείται, κυρίως, στην ακολουθία του μυστηρίου του βαπτίσματος. Το νερό είναι αυτό που μας αποκαλύπτει τη σημασία του βαπτίσματος και ότι αυτή η αποκάλυψη γίνεται  με τον καθαγιασμό του πριν από το βάπτισμα. Αναμφίβολα το νερό είναι ένα από τα αρχαιότερα και παγκόσμια θρησκευτικά σύμβολα. Στην Αγία Γραφή αναφέρεται πολλές φορές τόσο ως στοιχείο για να πίνει και να καθαρίζεται ο άνθρωπος, όσο και ως  στοιχείο που συμβάλει στην ευφορία της γης. Γενικώς δε το νερό συμβολίζει τον καθαρισμό της ψυχής από την αμαρτία. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Χριστός έκανε την αρχή των θαυμάτων του στην Κανά της Γαλιλαίας μετατρέποντας το νερό σε κρασί. Από Χριστιανική άποψη τρείς είναι οι ουσιαστικές διαστάσεις που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.   Η κοσμική. Δεν μπορεί να υπάρξει ζωή χωρίς νερό. Γι’ αυτό ο πρωτόγονος άνθρωπος ταυτίζει το νερό με την αρχή της ζωής. Σ’ αυτό βλέπει την πρώτη ουσία του κόσμου. Πάνω απ’ την αρχική ακατασκευασία, αορασία, το σκοτάδι,την άβυσσο και το νερό τα οποία ήταν τα δεσπόζοντα στοιχεία και την αμορφία της ύλης, το «πνεύμα Κυρίου επεφέρετο επάνω του ύδατος», όπως μας πληροφορεί η  Βιβλική κοσμογονία.

Αλλά αν το νερό συμβολίζει και αντανακλά τον κόσμο ως «κόσμο» και ζωή , είναι επίσης και σύμβολο της καταστροφής και του θανάτου. Είναι το μυστηριώδες βάθος που σκοτώνει και εκμηδενίζει, η σκοτεινή κατοικία των δαιμονικών δυνάμεων, η καθ’ αυτό εικόνα του άλογου, ανεξέλεγκτου και στοιχειακού κόσμου.

 Η αρχή της ζωής, η ζωοδότρα δύναμη και ταυτόχρονα η αρχή του θανάτου, η δύναμη της καταστροφής. Και τελικά το νερό είναι η αρχή του καθαρμού και συνεπώς της αναδημιουργίας και της ανανέωσης. Ξεπλένει τις κηλίδες, αναδημιουργεί την αρχική καθαρότητα της γης.

 Βρίσκουμε το νερό στην αρχή, στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως ,όπως προαναφέρθηκε, όπου αντιπροσωπεύει την ίδια τη δημιουργία, ολόκληρο τον «κόσμο» για τον οποίο ο Δημιουργός χαίρεται διότι αντανακλά και υπογραμμίζει τη δόξα του.

 Βρίσκουμε το νερό ως οργή, κρίση και θάνατο στην εξιστόρηση του κατακλυσμού και στην εκμηδένιση του Φαραώ και των στρατευμάτων του κάτω από τα νερά της Ερυθράς θάλασσας. Και τελικά το βρίσκουμε ως μέσο καθαρμού, μετάνοιας και συγγνώμης στο βάπτισμα του Ιωάννου του Προδρόμου, στην κάθοδο του Χριστού στα νερά του Ιορδάνου, όπου «συνέθλασε τας κεφαλάς των εκείσε εμφολευόντων δρακόντων» και τέλος στην έσχατη εντολή του Κυρίου προς τους μαθητές του: « πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς….».

Ύστερα από όλα αυτά, το νερό ξαναγίνεται τώρα αυτό που ήταν εξ’ αρχής, δηλαδή Θεοφάνεια και αποκάλυψη του αληθινού νοήματος του βαπτίσματος ως κοσμική, Εκκλησιολογική, και εσχατολογική πράξη. Κοσμική:γιατί είναι το μυστήριο της καινούργιας δημιουργίας. Εκκλησιολογική: γιατί είναι το μυστήριο της Εκκλησίας. Εσχατολογική: γιατί είναι το μυστήριο της βασιλείας του Θεού.

Όπως προκύπτει, απ’ τα όσα ειπώθηκαν ως τώρα, ο Αγιασμός δεν συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωρισμένα επίσημα ως επτά μυστήρια, τα οποία διακρίνονται σε υποχρεωτικά και προαιρετικά, επαναλαμβανόμενα και μη επαναλαμβανόμενα. Άλλωστε όσα συμβαίνουν στο χώρο της ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελούν μυστήριο. Ο αγιασμός του ύδατος είναι μια μυστηριώδης τελετουργική πράξη της Εκκλησίας στην οποία υπάρχει το ορατό-υλικό στοιχείο που βλέπουμε και αισθανόμαστε την παρουσία του, αλλά παράλληλα υπάρχει και η αόρατος θεία χάρις η οποία χρησιμοποιεί ως μέσο τα υλικά στοιχεία για να μεταδοθεί στους πιστούς και να αγιάσει τη ζωή  και τα υλικά στηρίγματά τους. Στον αγιασμό, λοιπόν, έχουμε τα χαρακτηριστικά  του μυστηρίου.  Αυτά είναι το νερό, ο βυθιζόμενος σταυρός και η αόρατος θεία χάρις, η οποία ενεργεί δια των υλικών πραγμάτων. Έτσι αγιάζεται το νερό «τη δυνάμει και ενεργεία του Αγίου Πνεύματος».

Αυτή την αγιαστική πράξη η Ορθόδοξη Εκκλησία την έχει εισαγάγει απ’ τους πρώτους αιώνες στη ζωή των μελών της. Την τελούσε, και την τελεί, στους Ναούς, στα σπίτια, στα χωράφια και σε πάμπολλες άλλες περιστάσεις. Αυτή την ευλογία της Εκκλησίας επικαλούνται και δέχονται οι πιστοί, όχι μόνο την ημέρα των Θεοφανείων, αλλά και σε κάθε άλλη περίσταση, ιδίως δε στο ξεκίνημα πάσης εργασίας και κάθε βιοποριστικού έργου. Όπως:  όταν θεμελιώνεται η πρωτοκατοικείται οικία, όταν κατασκευάζεται η αποπλέει πλοίο, όταν ανοίγει κατάστημα, ξεκινάει μια επιχείρηση κ.λ.π. Τακτικά δε ο αγιασμός τελείται στην αρχή κάθε μήνα, διότι είναι εδραία η πίστη στις συνειδήσεις των πιστών ότι εκ του αγιασμού προκύπτουν πολλαπλά ωφελήματα.

 Πριν προσεγγίσουμε την επωφελή διάσταση του αγιασμού ας γνωρίσουμε δύο χαρακτηριστικά περιστατικά  που καταγράφονται σε συναξάρια αγίων της Εκκλησίας μας.  Στο πρώτο, ο όσιος Μιχαήλ του Μαλεϊνού, μια φορά, τον καιρό του θέρους, οδοιπορώντας κάθισε στη σκιά ενός δένδρου για να αναπαυθεί το μεσημέρι. Ένας φτωχός χωρικός του έφερε τρία ωραία μεγάλα αχλάδια. Όταν ο άγιος τον ρώτησε που τα βρήκε τόσο ωραία αχλάδια, ο φτωχός αγρότης αναστενάζοντας του είπε: «ένα δένδρο είχα από τους γονείς μου, που ήταν τόσο καρπερό, ώστε μ’ αυτό κάλυπτα τα έξοδά μου. Αλλά κάποιος φθονερός άνθρωπος το βάσκανε, και έγινε τελείως άκαρπο, και από τη φτώχεια μου κινδυνεύω ο άθλιος». Ο άγιος συμπάθησε και λυπήθηκε το φτωχό. Πήγε στο δένδρο, το ευλόγησε, έκαμε ευχή προς τον Θεό. Έδιωξε το πονηρό πνεύμα που φώλιαζε στο δένδρο. Από τότε το δένδρο έγινε και πάλι καρποφόρο, όπως και πριν. Ο φτωχός εκείνος , κάθε χρόνο, έφερνε τους πρώτους καρπούς (απαρχές) στον όσιο, για να μη γίνει αχάριστος στον ευεργέτη του.

 Ένα δεύτερο περιστατικό το δανείζομαι απ’ το αγιασμένο «Γεροντικό».

Έστειλε μια φορά τον υποτακτικό του ο Αββάς Δωρόθεος ο Θηβαίος, να φέρει νερό από το πηγάδι. Καθώς έσκυψε εκείνος να τραβήξει, είδε μέσα μια μεγάλη ασπίδα(=δηλητηριώδες ερπετό-φίδι).Συγχυσμένος άφησε κάτω τον κουβά και έτρεξε στον γέροντά του.

– Αββά, χαθήκαμε. Το νερό μας δηλητηριάστηκε. Βρήκα ασπίδα μέσα στο πηγάδι.  Κι’ ο γέροντας ασκητής κουνώντας το κεφάλι του για την δειλία του υποτακτικού του είπε:

– Κι’ αν ο διάβολος αποφασίσει να ρίξει ασπίδες σ’ όλα τα πηγάδια, εσύ θα πεθάνεις από τη δίψα;  Ύστερα πήγε στο πηγάδι πήρε τον κάδο κι’ έβγαλε μόνος του νερό. Έκανε το σημείο του σταυρού και ήπιε πρώτος, κατόπιν έδωσε στον υποτακτικό του. Και πρόσθεσε:

– Όπου υπάρχει σταυρός, δεν μπορεί να σταθεί η κακία του εχθρού.

Την μεγάλη ωφέλεια που προέρχεται απ΄τον αγιασμό την αποδεικνύει η ευρύτατη χρήση του στην μακραίωνη ζωή της Εκκλησίας. Όπως  συμβαίνει με το νερό και το ψωμί, η χρήση των οποίων είναι απολύτως αναγκαία για την ύπαρξη και συντήρηση της ζωής. Η σωστή, με πίστη  χρήση του αγιασμού : α) Αποτρέπει συμφορές.  Όπως είναι γνωστό ο αγιασμός τελείται «εις αποτροπήν παντός κακού» και για απομάκρυνση των δαιμονικών δυνάμεων. Ο αρχέκακος, ο μισάνθρωπος, ο μισόκαλλος σατανάς επιχειρεί με κάθε μέσο και τρόπο να βλάψει τον άνθρωπο και τα υπάρχοντά του. Κι’ όσο ο άνθρωπος είναι απομακρυσμένος απ’ τη χάρη του Θεού τόσο πιο πολύ μένει απροστάτευτος  και υποψήφιο θύμα της δαιμονικής κακουργίας. Υφίσταται ζημιές, γίνεται παίγνιο στα δίχτυα του πονηρού. Είναι γνωστή η ιστορία του πολύαθλου Ιώβ στην Παλαιά Διαθήκη και ο συγκλονιστικός διάλογος του σατανά με τον Θεό, προκειμένου να πάρει την άδειά του  να βλάψει τον δίκαιο άνδρα. Κίνητρό του το μίσος και ο φθόνος.

Στην Καινή Διαθήκη ανακινεί και κάνει επικίνδυνα τρικυμιώδη την θάλασσα της Γενησαρέτ, για να πνίξει τους ταξιδεύοντες μαθητές του Χριστού. Η προσταγή του Κυρίου «σιώπα πεφίμωσο» δεν απευθύνεται προς τα ταραγμένα νερά της θάλασσας, αλλά προς τον εκεί «εμφωλεύοντα δράκοντα», ο οποίος αναστάτωνε το υγρό στοιχείο, για να το μεταβάλει σε υγρό τάφο των ανύποπτων μαθητών. Η διαταγή του Κυρίου γαληνεύει τη θάλασσα, γιατί απομακρύνεται τρομοκρατημένος ο ταραχοποιός. Τα δαιμόνια που εξέρχονται φοβισμένα απ’ το δυστυχή Γεργεσηνό  εισέρχονται στους πλησίον βόσκοντες  χοίρους «και όρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοις ύδασι», προκαλώντας οικονομική ζημιά στους παράνομους εκτροφείς. Υπάρχουν ασφαλώς αμέτρητα παρόμοια περιστατικά τόσο στα βιβλία της Αγίας Γραφής, όσο και στην γραπτή και άγραφη παράδοση της Ορθοδοξίας που καταδεικνύουν τις μεθοδείες και παγίδες των δαιμονικών δυνάμεων, προκειμένου να βλάψουν τη ζωή του ανθρώπου και να καταστήσουν βλαβερή-επιζήμια τη χρήση  των κτιστών πραγμάτων. Για προστασία και αποτροπή συμφορών, που πηγή προέλευσης έχουν τον σατανά και τα όργανά του, η Εκκλησία μεταξύ των άλλων έχει στη διάθεση των μελών της και το πνευματικό όπλο του αγιασμού του ύδατος, «προς πόσιν και ραντισμόν».  Κλασσικό παράδειγμα της αποτρεπτική δύναμης του αγιασμένου νερού καταγράφει σε ένα απ’ τα βιβλία του ο ιδρυτής της «Πανελλήνιας Ορθόδοξης Ένωσης», και εκδότης της θρησκευτικής εφημερίδας «Ορθόδοξος Τύπος», ο αείμνηστος π. Χαράλαμπος Βασιλόπουλος. Με γλαφυρή απλότητα διηγείται πως ένας νεαρός πνευματιστής κάθε βράδυ στο σπίτι του έκανε πνευματιστικές συνεδριάσεις, καλώντας πονηρά πνεύματα. Ένα βράδυ όμως, αν και πάλεψε πολύ ώρα με επίμονες προσκλήσεις του, τα πνεύματα δεν παρουσιάζονταν. Σε μια στιγμή άκουσε μια φωνή έντονα εκνευρισμένη: «Δεν μπορούμε να έρθουμε, γιατί σήμερα  ήρθε εκείνος ο άλλος εδώ». Ταραγμένος ο δυστυχής νέος πήγε στο διπλανό δωμάτιο της μητέρας του και με έντονο ύφος την ρώτησε: «Ποιος ήρθε σήμερα στο δωμάτιό μου»; Κι’ εκείνη με σταθερή φωνή ήρεμα του απάντησε: «Αφού εσύ μαζεύεις εδώ τους σατανάδες κάθε βράδυ και δεν με αφήνουν να κοιμηθώ, πήγα σήμερα και έφερα τον παπά , έκαμα Αγιασμό και ράντισα το σπίτι και το δωμάτιό σου».

Η συνετή και αποφασιστική παρέμβαση της ευσεβούς μητέρας αφύπνισε πνευματικά τον παγιδευμένο νεαρό, ο οποίος  στη συνέχεια έκοψε κάθε σχέση και επικοινωνία με τον πνευματισμό, καθώς κατάλαβε ότι είχε επικίνδυνα εμπλακεί στα πλοκάμια του πονηρού.

Β) Προστασία  από φυσικές καταστροφές.

Ο άσπονδος εχθρός του ανθρώπου, ο παγκάκιστος σατανάς, προκειμένου να βλάψει το κορυφαίο δημιούργημα του Θεού, όσο γίνεται περισσότερο, στρέφεται με καταστροφική μανία και εναντίον των υλικών και άψυχων πραγμάτων τα οποία δόθηκαν στην υπηρεσία των αναγκών του. Έτσι προσβάλει καρποφόρα δένδρα, αμπέλια, κήπους, αγρούς , διάφορες καλλιέργειες, οικίες και εγκαταστάσεις προκειμένου να φέρει πόνο και δυστυχία στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Στο βίο του Αγίου Αντωνίου βλέπουμε τις επιθέσεις που δεχόταν ο άγιος στην ταπεινή του καλύβα, από  τους δαίμονες, με τη  μορφή ερπετών και αγρίων θηρίων ,τα οποία έκαναν τρομακτικούς θορύβους για να κάμψουν το αγωνιστικό φρόνημα του μεγάλου ασκητή. Είναι σε θέση ο πανούργος εχθρός να προκαλεί ασθένειες, ατυχήματα, σωματικές κακώσεις σε ανθρώπους και ζώα.

Στις περιπτώσεις αυτές ο αγιασμός είναι πολύτιμο και αποτελεσματικό αποτρεπτικό όπλο. Το αγιασμένο νερό, σύμφωνα με την σχετική ευχή αναδεικνύεται «ιαματικό ψυχών και σωμάτων και πάσης αντικειμένης δυνάμεως αποτρεπτικόν». Αφού με την βύθιση του τιμίου σταυρού στο νερό «συντρίβονται πάσαι αι εναντίαι δυνάμεις. Υποχωρούν πάντα τα εναέρια και αφανή είδωλα», και δεν μπορεί πλέον μέσα στο «ηλεκτρισμένο» από τη θεία χάρη νερό «να υποκρύβεται δαιμόνιον σκοτεινόν και πνεύμα πονηρόν,επάγων σκότωσιν λογισμών και ταραχήν διανοίας».

Έρχονται διάφορα φυσικά κακά. Τα στοιχεία της φύσης χτυπούν συχνά  τον άνθρωπο και τα έργα του. Σεισμοί ισοπεδώνουν και αφανίζουν, σε χρόνο μηδενικό, κόπους και αγώνες  δεκαετιών. Ασθένειες  πολλές και διάφορες προσβάλλουν και ταλαιπωρούν σωματικά μυριάδες ανθρώπους. Επιδημίες και μολυσματικές νόσοι ενσκήπτουν απειλητικές. Κλιματικές μεταβολές με ακραία καιρικά φαινόμενα, που συνοδεύονται από έντονο κρύο, ισχυρές βροχοπτώσεις και σαρωτικές καταιγίδες καταστρέφουν καλλιεργημένες εκτάσεις. Ακρίδες καταστρέφουν την φυτική παραγωγή, ενώ ασθένειες ζώων αφανίζουν κτηνοτροφικές μονάδες η μεμονωμένους κτηνοτρόφους.

Σ’ αυτές τις δύσκολες περιστάσεις ο άνθρωπος νοιώθει μόνος αδύναμος και απροστάτευτος. Οι συντεταγμένες ανθρώπινες κοινωνίες και οι πιο οργανωμένοι  κρατικοί μηχανισμοί  αδυνατούν να παρέμβουν και να ανακουφίσουν αποτελεσματικά όσους  δοκιμάζονται σκληρά. Είναι παλαιά και ευλογημένη η συνήθεια απλών ανθρώπων της υπαίθρου σε ανάλογες δύσκολες καταστάσεις να καταφεύγουν στον αγιασμό, ως δώρο Θεού για την  υπέρβαση των δυσχερειών και την αποτροπή των συμφορών. Οι πιστοί αγρότες όταν εμφανίζονταν σύννεφα καταστροφικών ακρίδων σε κήπους αμπέλια η άλλες φυτικές καλλιέργειες πήγαιναν επί τόπου οικογενειακώς, μαζί με τον ιερέα, τελούσαν αγιασμό, και ράντιζαν τις περιοχές που είχαν πληγεί. Μετά τον ραντισμό σηκώνονταν σύννεφα ακρίδων και έπεφταν στη θάλασσα, η λίμνη η ποτάμι που υπήρχε στην περιοχή.

Από πολλά τέτοια περιστατικά που έχουν διασωθεί στη συλλογική μνήμη διαφόρων περιοχών, πολύ χαρακτηριστική είναι η καταστροφική επιδρομή ακρίδων που κατέτρωγαν τα αμπέλια της Αττικής το 1600. Τότε οι κάτοικοι της περιοχής, πάνω στην αδυναμία  να αντιμετωπίσουν την κατάσταση και στην απελπισία τους, κάλεσαν τον ηγούμενο της Ιεράς μονής Δομπού από τη Θήβα, τον μετέπειτα άγιο Σεραφείμ. Πλήθος λαού κατέκλυσε τον ιερό Ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στον Πειραιά, όπου σε κλίμα και ατμόσφαιρα κατάνυξης τελέστηκε παράκληση και αγιασμός. Μετά τον αγιασμό αμέσως σύννεφα ακρίδων σηκώθηκαν απ’ όλη την Αττική  και πνίγηκαν στη θάλασσα στο λιμάνι του Πειραιά. Ανάλογο περιστατικό μου διηγήθηκε στενό συγγενικό πρόσωπο ότι συνέβη στη δεκαετία του 1960 στο μικρό  νησί Σύμη των Δωδεκανήσων. Κι’ εκεί καταστροφικές ακρίδες ρήμαζαν τα κηπευτικά και τα λίγα αμπέλια. Κάλεσαν τον ηγούμενο της ιεράς μονής του Ταξιάρχη Μιχαήλ, έκανε αγιασμό, ράντισε τις λιγοστές καλλιέργειες και αμέσως χιλιάδες ακρίδες πνιγμένες μαύρισαν τη θάλασσα στο λιμάνι.

Αξιομνημόνευτο είναι και άλλο περιστατικό που καταγράφεται ότι έγινε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας στο Μαρούσι της Αττικής. Ο Τούρκος αγάς της περιοχής έβλεπε τους Χριστιανούς που, σε τέτοιες δύσκολες καταστάσεις, καλούσαν τον Ιερέα και με τον αγιασμό εξαφανιζόταν οι ακρίδες. Σε ανάλογη περίσταση κάλεσε και αυτός τον Χότζα των Μωαμεθανών να κάμει τα δικά του, για να απαλλαγούν απ’ τη συμφορά. Όπως ήταν φυσικό  ο Χότζας παρά τις προσπάθειές του δεν έφερε το ποθούμενο, με αποτέλεσμα να υποστεί άγριο ξυλοδαρμό.

  Είναι πολλές οι περιπτώσεις που κάποια επιδημική ασθένεια προσλαμβάνει επικίνδυνες και κάποτε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Γρίπη, χολέρα, τύφος, πανώλη, ευλογιά κ.λ.π. έχουν απειλήσει  σε μεγάλο βαθμό τους κατοίκους διαφόρων περιοχών. Οι συνθήκες ευνοούσαν την ταχεία εξάπλωσή τους. Τα υπάρχοντα μέσα ανεπαρκή. Ιατρική φροντίδα και δυνατότητες από περιορισμένες έως ανύπαρκτες. Υγειονομικές αρχές σε πραγματική αμηχανία, ίσως  και πλήρη αδυναμία να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Οι άνθρωποι τότε υψώνουν χέρια και καρδιές, προσδοκώντας την άνωθεν βοήθεια. Ως μοναδικό αποτελεσματικό φάρμακο αποδεικνύεται η αγιαστική παρέμβαση της Εκκλησίας δια των ταπεινών, κάποτε ολιγογράμματων λειτουργών της, με την τέλεση του αγιασμού και την εκζήτηση του Θείου ελέους.

Κάτι τέτοιο συνέβη το 1850 στην Αθήνα, όταν απειλητική για τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων εμφανίστηκε η χολέρα. Κάθε μέρα έφευγαν απ’ τη ζωή εκατοντάδες. Φόβος και τρόμος κατέλαβε τους πάντες. Ο τότε Γενικός αρχίατρος του κράτους αδύναμος, ανήμπορος να προσφέρει βοήθεια, φοβισμένος και ο ίδιος κρύφτηκε. Δεν τον έβρισκαν πουθενά. Μοναδική ελπίδα και δυνατότητα παρηγοριάς και ενίσχυσης, η πάντοτε περιφρονημένη και διωκόμενη από τους άρχοντες, η Ορθόδοξη Εκκλησία, η πραγματική πνευματική μάνα και προστάτης του λαού του Θεού.

Και ενώ οι κατά νόμον και λόγω εξουσίας αρμόδιοι κρύβονται ή φυγομαχούν ή κριτικάρουν και δίδουν οδηγίες εκ του ασφαλούς, οι Εκκλησιαστικοί  ποιμένες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή του αγώνα για στήριξη, ενίσχυση και παροχή όποιας βοήθειας  μπορούν στον ευκολόπιστο και πάντα προδομένο λαό.  Στην κρίσιμη εκείνη ώρα που ο λαός αγωνιούσε και οι υπεύθυνοι μουδιασμένοι αποσύρθηκαν από το προσκήνιο, τότε όρθωσε το ανάστημα του ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κάλεσε τους  φοβισμένους κατοίκους της πόλης στον Μητροπολιτικό Ναό. Μέσα σε κλίμα συγκίνησης και αγωνίας στήριξε τις μαραμένες ψυχές τους. Ενέπνευσε  πίστη. Καλλιέργησε ελπίδα τελώντας την ακολουθία του Αγιασμού. Οι ψυχές αναθάρρησαν και χιλιάδες λαού, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο και τον ιερό κλήρο, που ακολουθούσε έφιππος ο τότε βασιλιάς, λιτάνευαν τις ιερές εικόνες. Ατέλειωτες σειρές ευσεβών χριστιανών διέσχιζαν τους κεντρικούς δρόμους της πόλης. Στην πλατεία Συντάγματος και Ομονοίας γονατιστοί χιλιάδες λαού, με πόνο ψυχής και δάκρυα στα μάτια, κραυγάζουν το «Κύριε ελέησον..»

Οι ξένοι, κυρίως Προτεστάντες που διαφέντευαν τον τόπο, μιλούσαν για μαζική τρέλα και παραλήρημα που γεννάει ο φόβος και η αγωνία. Πίστευαν ότι ο λαός αποφάσισε, στην απελπισία του, ομαδική αυτοκτονία. Γιατί, όπως έλεγαν, αντί να κρύβεται και να απομονώνεται για να προστατευθεί, παρασυρμένος ο λαός συνωστίζονταν στον Ναό και στη λιτανεία με άμεσο κίνδυνο η επιδημία να φουντώσει και να λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Όμως οι φόβοι τους, καθαρά ανθρώπινοι λογισμοί και υπολογισμοί, διαψεύστηκαν. Η επιδημία σταμάτησε ακαριαία. Κανένα νέο κρούσμα και κανένα νέο θύμα τις επόμενες ημέρες. Ο αγιασμός στα χέρια των πιστών υπήρξε το δραστικότερο φάρμακο, το ισχυρότερο αντιβιοτικό. Τα όποια μικρόβια δεν μπορούν να του αντισταθούν. Είναι το δυνατό φάρμακο, αλλά και εμβόλιο που μπορεί να χρησιμοποιείται και προληπτικά.

  Ας έρθουμε όμως πιο κοντά στην ευρύτερη περιοχή μας. Οκτώβριος του 1918. Το Αγρίνιο δεν αριθμεί τότε περισσότερους από 15.000 κατοίκους. Μια επάρατη αρρώστια-επιδημία, η γρίπη, είχε ενσκήψει στην πόλη και θέριζε κυριολεκτικά τους κατοίκους της ευρύτερης περιοχής. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην θρηνούσε κάποιο θύμα της νόσου. Η επιστήμη φαινόταν αδύναμη να ανακόψει την θανατηφόρο εξέλιξη της επιδημίας.  Ο ρυθμός των θανάτων, μόνο στο Αγρίνιο, έφθανε στον αριθμό των 40-50 την ημέρα. Κανείς πια δεν συνοδεύει τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από  σύντομη ευχή του ιερέα, πολλές φορές δε και χωρίς αυτή, θάβονται. Οι κάτοικοι όχι μόνο δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους αλλά και τους αποφεύγουν από το φόβο μετάδοσης της ασθένειας.

Μπροστά σ’ αυτόν τον πανικό του  λαού η μνήμη γυρίζει 64 χρόνια πίσω όταν στα 1854 μια άλλη επάρατη νόσος , η χολέρα είχε αποδεκατίσει την περιοχή. ΄Όπως τότε έτσι και τώρα  η σανίδα σωτηρίας, ο από μηχανής Θεός που τους λύτρωσε αποτελεσματικά ήταν η εικόνα της Μεγαλόχαρης, η Παναγία η Προυσιώτισσα.  Η  επιδημία ξεφεύγει απ’ τα όρια του Αγρινίου. Εγγίζει και το Μεσολόγγι. Οι  πρόκριτοι της πόλης με σύντονες προσπάθειες καταφέρνουν να έρθει  και πάλι στην περιοχή η  εικόνα της Παναγίας του Προυσσού.  Στις 27 Οκτωβρίου του 1918 φθάνει στον κατάμεστο Ναό της Αγίας Τριάδος Αγρινίου η θαυματουργός εικόνα. Εδώ αρχίζει ένας αγώνας  προσευχής. Παρακλήσεις, αγρυπνίες, αγιασμοί όλα επιστρατεύονται και κατατίθενται με πόνο και δάκρυα στα πόδια της εύσπλαχνης μάνας. Ο λαός λιτανεύει την θαυματουργό εικόνα δια των οδών της πόλης μέχρι τον παλαιό ναό του Αγίου Χριστόφορου, που βρίσκονταν στις παρυφές της. Ακολουθεί 24ωρο προσκύνημα και μεταφορά της στις άλλες εκκλησίες της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Δημητρίου. Ο λαός ευρίσκεται σε έξαρση θρησκευτική. Η απάντηση στην πίστη έρχεται άμεσα. Πολλοί ασθενείς θεραπεύονται. Η εξάπλωση της επιδημίας σταματά. Ο λαός λυτρώνεται και  ευγνωμονεί την ευσπλαχνική του μητέρα. Όλα αυτά και πάμπολλα άλλα περιστατικά που θα μπορούσε να αναφερθούν καταδεικνύουν ότι η χρήση του αγιασμού δεν αποτρέπει μόνο συμφορές  και δαιμονικές δολοπλοκίες, αλλά προκαλεί και μεγάλη ψυχική ωφέλεια. Συμβάλλει στη θεραπεία των ψυχικών ασθενειών, στην απαλλαγή της απ’ το δηλητήριο της αμαρτίας που νεκρώνει την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου. Γίνεται δηλαδή το αγιασμένο νερό πράγματι «ιαματικό ψυχών (πρώτα) και σωμάτων(ύστερα)». Σ’ αυτό κατέρχεται η ευλογία του Ιορδάνου και έτσι «δια της του ύδατος τούτου μεταλήψεως και ραντισμού»,μας  αναδεικνύει κληρονόμους της Βασιλείας του Θεού. Έρχεται στους πιστούς η  ευλογία, ο φωτισμός, η κάθαρση, η «αποσμίχουσα τον ρύπον των παθών».

Διαφορά Μεγάλου και Μικρού Αγιασμού.

Ένα βασικό ερώτημα, που συχνά απασχολεί και τίθεται από ευσεβείς και φιλακόλουθους πιστούς είναι αν υπάρχει ουσιαστική διαφορά αγιαστικής χάριτος μεταξύ του Μεγάλου και του μικρού αγιασμού. Η θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι σαφής και ξεκάθαρη. Θα μπορούσε δε κάπως πιο αναλυτικά να διατυπωθεί ως εξής: Για κάθε όμως ενδεχόμενο και προς αποφυγήν κινδύνου παρερμηνειών και παρανοήσεων είναι αναγκαία μια διευκρίνιση απ’ την αρχή.

Ο μεγάλος αγιασμός, είναι αγιασμός των Θεοφανείων. Τελείται μία φορά το χρόνο, την                 παραμονή και την ημέρα  της εορτής. Ενώ ο μικρός αγιασμός τελείται κατά τις             νεομηνίες και σε κάθε άλλη περίσταση, σύμφωνα με τις ανάγκες και προτιμήσεις των πιστών, για διάφορους λόγους. Δεν είναι, απολύτως, δυνατό-ίσως όχι επιτρεπτό ή αναγκαίο-να επιχειρείται με ακρίβεια η χάραξη αυστηρών ορίων σε τέτοιου είδους λειτουργικά θέματα. Στην ορθόδοξη λατρεία υπάρχουν πολλές παρόμοιες αγιαστικές πράξεις, δια των οποίων μεταδίδεται η αγιαστική χάρις στους πιστούς. Ανάλογα δε με την θερμότητα της πίστεώς τους και την πνευματική τους κατάσταση και δεκτικότητα, χορηγούνται στους πιστούς τα «διάφορα πνευματικά δωρήματα, όπως: ο αγιασμός, η κάθαρση, η ψυχική και σωματική υγεία, η ευλογία, η άφεση των αμαρτιών, η δύναμη και γενικώς η σωτηρία. Γιατί, ασφαλώς, οι αγιαστικές πράξεις της Εκκλησίας δεν επενεργούν με τρόπο μαγικό και αναγκαστικό στον άνθρωπο που παρευρίσκεται στο χώρο τελέσεώς τους.

Ο ακριβής προσδιορισμός της προσφοράς κάθε αγιαστικής πράξεως και η διαφορά της μιας από την άλλη, είναι τελικώς άγονος και επικίνδυνος σχολαστικισμός, και εντελώς ξένος «προς τις πνευματικές κατηγορίες, που κατευθύνουν την προσπάθεια της Εκκλησίας να αγιάσει τα μέλη της»και να τους βοηθήσει στην εν Χριστώ προκοπή και σωτηρία.

Ο σωστός τρόπος κατανόησης των διαφόρων αγιαστικών πράξεων μας οδηγεί στην ερμηνεία της λατρείας, μέσω της ίδιας της λατρείας. Τα κείμενα των ιερών ευχών, τα αιτήματα που διατυπώνονται, στα λεγόμενα διακονικά, αλλά και οι τυπική διάταξη σύμφωνα με την οποία τελούνται οι  διάφορες ιερές ακολουθίες, είναι αυτά δια των οποίων περιγράφεται και εκφράζεται ο σκοπός της Εκκλησίας. Κατά τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης «από του επαδομένου εστί το νοείν…τούτο εστίν…ο σκοπός της Εκκλησίας..»

 Η ομοιότητα του μεγάλου και του μικρού αγιασμού είναι εμφανής, αφού και στις δύο ακολουθίες γίνεται αγιασμός του ύδατος. Απ’ τη ιστορία της λατρείας είναι γνωστό ότι ο αγιασμός των Θεοφανείων, μορφολογικά, επηρέασε την ακολουθία του μικρού αγιασμού. Ο μεγάλος αγιασμός έχει έντονο Δεσποτικό χαρακτήρα, αφού γίνεται σε ανάμνηση του βαπτίσματος του Κυρίου στον Ιορδάνη. Ενώ ο χαρακτήρας του μικρού αγιασμού είναι θεομητορικός. Αυτό προκύπτει απ’ την υμνογραφία της ακολουθίας, η οποία έχει την μορφή παρακλήσεως προς την Θεοτόκο ή αποτελεί συνοπτικό Θεομητορικό όρθρο. Στα ειρηνικά (αιτήσεις) και των δύο αγιασμών ζητάμε να «αγιασθούν τα ύδατα δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος ,και να αποκτήσουν δύναμη καθαρτική, φωτιστική, ιαματική και αποτρεπτική των επιβουλών των δαιμονικών δυνάμεων».

Επίσης στις ευχές καθαγιασμού προστίθενται αιτήματα, ώστε το αγιασμένο νερό, δια της μεταλήψεως και του ραντισμού, να δίδει στους πιστούς «τον αγιασμόν, την υγείαν, την κάθαρσιν, την ευλογίαν», να «αποσμήχει τους ρύπους των παθών» και να θεραπεύει «τας νόσους της ψυχής και του σώματος».

Ασφαλώς και υπάρχουν πολλά κοινά σημεία-αιτήματα στις ιερές ακολουθίες των δύο αγιασμών. Παρά ταύτα όμως είναι ευκρινής η διάκριση. Στον μικρό αγιασμό δίδεται έμφαση, στην ίαση των σωματικών και ψυχικών ασθενειών. Ενώ στον μεγάλο αγιασμό το κυρίαρχο θέμα είναι η ευλογία της φύσεως των υδάτων, δια του βαπτίσματος του Κυρίου. Ο αγιασμός των Θεοφανείων υπενθυμίζει ένα πραγματικό γεγονός. Αυτό είναι «η ανάμνηση και πραγματική λειτουργική παρουσία του σωτηριώδους γεγονότος του βαπτίσματος του Κυρίου, με όλο το βάρος των συνεπειών του, στη ζωή του καθενός πιστού χωριστά και του όλου σώματος της Εκκλησίας».

Ο αγιασμός των Θεοφανείων στην ιστορική πορεία της Εκκλησίας, ήταν ο καθαγιασμός του ύδατος του αγίου βαπτίσματος. Σ’ αυτό εβαπτίζετο πρώτα ο σταυρός σε αναπαράσταση της βαπτίσεως του Κυρίου. Ύστερα αντλούσαν οι πιστοί, για πόση και ευλογία, και ακολουθούσε η βάπτιση των Κατηχουμένων. Έτσι το νερό του μεγάλου αγιασμού ήταν το «είδος» του μυστηρίου του αγίου βαπτίσματος –το «σωτήριον ύδωρ»,όπως το ονομάζει ο άγιος Κύριλλος- το δεύτερο σε σπουδαιότητα και σημασία μυστήριο της Εκκλησίας, μετά τη θεία ευχαριστία, και γι’ αυτό του αποδίδεται μεγάλη τιμή.

Βεβαίως δεν είναι σωστό η πόση του αγιασμού των Θεοφανείων να συγκρίνεται προς την θεία κοινωνία, όπως λαθεμένα τείνει να πιστεύει η λαϊκή ευσέβεια. Οπωσδήποτε όμως είναι το δεύτερο σε ιερότητα μυστηριακό είδος, μετά τη θεία μετάληψη. Τη διάκριση της διαφοράς που υπάρχει μεταξύ του μεγάλου και του μικρού αγιασμού μπορούμε να την συνάγουμε και από την τυπική διάταξη των δύο ακολουθιών, που καθορίζει το χρόνο, τον τρόπο τελέσεώς τους αλλά και πόσεως του αγιασμένου νερού.

Ο μικρός αγιασμός τελείται μετά το πέρας της θείας λειτουργίας και μετά την διανομή και βρώση του αντίδωρου. Τότε δηλαδή που καταλύεται η νηστεία η οποία προηγείται της θείας ευχαριστίας, με τη βρώση του αντίδωρου. Ενώ ο μέγας αγιασμός τελείται μετά την οπισθάμβωνο ευχή: «Ο ευλογών τους ευλογούντας σε Κύριε….», και πριν από τη διανομή και βρώση του αντίδωρου, δηλαδή πριν γίνει κατάλυση της ευχαριστιακής νηστείας.

Το τυπικό της ιεράς μονής της Ευεργέτιδος του 12ου αιώνα ορίζει με σαφήνεια ότι: «Και μετά το ειπείν τον ιερέα την οπισθάμβωνον ευχήν, μήτε της ευλογίας διδομένης…εξερχόμεθα πάντες εν τω λουτρώ…πάντων αγιαζομένων και μεταλαμβανόντων εκ της του αγιάσματος μεταλήψεως και ραντίσεως… εισερχόμεθα εν τω Ναώ…ευθύς δίδοται ευλογία…». Έτσι εκφράζεται εδώ η προτεραιότητα του μεγάλου αγιασμού έναντι του αντίδωρου.

Απ’ όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω συμπεραίνουμε με βεβαιότητα ότι: παρά τις ομοιότητες των δύο ιερών ακολουθιών αγιασμού του ύδατος, είναι εμφανής η υπεροχή του αγιασμού των Θεοφανείων, έναντι του αγιασμού των νεομηνιών (πού γίνεται την πρώτη εκάστου μηνός), ή που τελείται σε κάθε άλλη περίσταση. Έτσι άλλωστε δικαιολογείται και ο παραδοσιακός χαρακτηρισμός τους ως Μεγάλος και Μικρός.

 Μυστήρια και αγιαστικές πράξεις.

Υπό την ευρεία έννοια κάθε πράξη της Εκκλησίας, κάθε ευχή, κάθε ευλογία προσλαμβάνει χαρακτήρα μυστηριακό ή συμβολικό. Δηλαδή είναι αγία πράξη με την οποία κάτω από κάποιο ορατό σημείο μεταδίδεται η αόρατη θεία χάρη στους πιστούς. Στη βάση των διαφόρων μυστηρίων και αγιαστικών πράξεων, όπως  είναι και ο αγιασμός του ύδατος, ευρίσκεται το μυστήριο των μυστηρίων, «το Παμμυστήριον», το οποίο είναι αυτή η ίδια η Εκκλησία του Χριστού, ως Θεανθρωπότητα. Με όλες τις μορφές της δράσης και των προσευχών της η Εκκλησία εκχέει στα μέλη της το πλήρωμα, όλες τις αγιαστικές ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Η περιοχή της μυστηριακής ζωής την οποία καλείται να ζήσει ο πιστός, είναι πολύ ευρύτερη από τα γνωστά επτά μυστήρια, γιατί περιλαμβάνει όλη την κτίση, την οποία η Εκκλησία καλείται να αγιάσει και να μεταμορφώσει. Η θεία ευχαριστία αποτελεί, όμως, την κορυφαία στιγμή αυτού του παγκόσμιου αγιασμού του σύμπαντος. Με  την ευρεία έννοια τα πάντα σε μια χριστιανική ζωή είναι Εκκλησιαστικά και έχουν μυστηριακή φύση. Το κάθε τι είναι χάρισμα, λειτούργημα, δώρο στην υπηρεσία της Εκκλησίας.

Με τη στενή έννοια οι αγιαστικές πράξεις διακρίνονται από τα μυστήρια, γιατί αυτά φανερώνουν εντονότερα τη μυστηριακή δύναμη που υπάρχει μέσα στη  Εκκλησία. Τα μυστήρια διαφέρουν από τις αγιαστικές πράξεις , οι οποίες δεν έχουν απόλυτη σημασία και δεν ισχύουν για όλες τις περιπτώσεις. Σημεία διαφοράς μπορεί να είναι: α) Οι αγιαστικές πράξεις είναι προαιρετικές. Δεν φέρουν υποχρεωτικό χαρακτήρα. Τα μυστήρια, αντιθέτως, είναι απαραίτητα για τη σωτηρία και συγκροτούν την πνευματική ζωή του πιστού. β) Οι περισσότερες αγιαστικές πράξεις έχουν ιδιωτικό χαρακτήρα. Αφορούν την προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική ζωή του χριστιανού. Τα μυστήρια είναι «καθολικά»,δηλαδή αναφέρονται σε όλους και έχουν συσταθεί για την οικοδομή της Εκκλησίας. Κάθε μυστήριο έχει σημαντικό ρόλο στην οικοδομή του σήματος των πιστών. Έτσι: το βάπτισμα και το χρίσμα είναι η ένταξη και αφομοίωση  στο σώμα της Εκκλησίας. Η θεία ευχαριστία, είναι η ζωή της εκκλησιαστικής κοινότητας. Η μετάνοια η επανένταξη η εκ νέου αφομοίωση στην Εκκλησία. Ο γάμος είναι το συστατικό κύτταρο της οικογένειας, που είναι μικρή Εκκλησία. Η ιεροσύνη ,η ιεραρχική τάξη της Εκκλησίας. Το ευχέλαιο, είναι πράξη ελέους ολόκληρης της Εκκλησίας (επτά ιερείς).

γ)Οι αγιαστικές πράξεις έχουν συσταθεί απ’ την Εκκλησία, ενώ τα μυστήρια είναι Θεοσύστατα. Τα μυστήρια διακρίνονται επίσης σε  ευαγγελικά: βάπτισμα,  ευχαριστία η μετάνοια, ιεροσύνη και εκκλησιαστικά: γάμος και ευχέλαιο. Τα εκκλησιαστικά συστάθηκαν απ’ την Εκκλησία, δια της εξουσίας η οποία της δόθηκε απ’ τον Θείο ιδρυτή και δάσκαλό της.

Μεταξύ των αγιαστικών πράξεων που συστάθηκαν απ’ την Εκκλησία στη διαδρομή των αιώνων είναι, όπως ήδη έχει λεχθεί και ο αγιασμός του ύδατος, Μέγας και μικρός. Για να προκύψει ωφέλεια απ’ τη χρήση του αγιασμού στη ζωή των πιστών, πρέπει να τελείται με προσοχή, ευλάβεια και πίστη. Δεν είναι ο αγιασμός σαν το νερό της πηγής. Εγκλείει μέσα του τεράστια θεϊκή δύναμη. Όταν πέσει μέσα στο νερό ένα ηλεκτροφόρο σύρμα,  του μεταδίδει ηλεκτρική ενέργεια η οποία είναι αισθητή συνάμα και επικίνδυνη.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το νερό του αγιασμού, μέσα στο οποίο βυθίζεται ο τίμιος  και ζωοποιός σταυρός, και το εμπλουτίζει με την αήττητη θεϊκή δύναμή του. Με την επίκληση του ιερέα επιφοιτά στο νερό «η χάρις και η δύναμις και η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος».

 Ανάλογα λοιπόν με την ευλάβεια και την πίστη έρχεται η χάρις και η ωφέλεια. Αυτός δε είναι και ο λόγος για τον οποίο κάποτε ο αγιασμός αν και τελείται κανονικά μένει «ανενεργός» και δεν αισθάνονται τις ωφέλειές του όσοι τον χρησιμοποιούν με αναιμική πίστη και μειωμένη ευλάβεια. Δεν πρέπει να λαμβάνεται ως απλό νερό, αλλά ως έμφορτο με θεία υπερφυσική δύναμη και ενέργεια η οποία το κρατάει άφθαρτο, ακίνδυνο, επωφελές, καθαρό έστω κι’ αν έχουν περάσει αμέτρητα χρόνια απ’ τη τέλεσή του. Ένα μάλιστα ιερέας για να κάνει έναν Τούρκο να πιστέψει και να γίνει Χριστιανός, έκανε το εξής: Του έδωσε νερό που είχε κρατήσει πριν από λίγες μέρες. Ταυτόχρονα του έδωσε και αγιασμό ενός και πλέον έτους. Το κοινό νερό δεν πίνονταν απ’ την δυσοσμία που αναδίδονταν, ενώ το αγιασμένο νερό ολόφρεσκο, ολοκάθαρο πίνονταν χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ύστερα απ’ αυτό και μόνο ο Τούρκος πίστεψε και βαπτίστηκε Χριστιανός. Όρος και προϋπόθεση επωφελούς τέλεσης και χρήσης του αγιασμού η ευλάβεια και η θερμή πίστη, στα οποία η θεία χάρη ανταποκρίνεται πλουσιοπάροχα.

Σε όλες τις μυστηριακές τελετές(μυστήρια) και τις αγιαστικές πράξεις κυρίαρχος είναι ο ρόλος και η προσωπικότητα των πνευματικών ποιμένων (κληρικών). Το κατ’ εξοχήν έργο τους, ως ορατά όργανα της Εκκλησίας, και «οικονόμοι των μυστηρίων του θεού», είναι να μεταδίδουν στους πιστούς τη θεία χάρη  του Αγίου Πνεύματος που διαμένει στην Εκκλησία για να δικαιώνει, αγιάζει  και σώζει. Κατά την άσκηση αυτού του έργου οι κληρικοί, ως διάδοχοι των Αποστόλων αναλαμβάνουν την ενέργεια της απολυτρώσεως του Σωτήρος Χριστού. Τα μέσα δε για επιτέλεση αυτού του αγιαστικού έργου είναι η προσφορά της αναίμακτης θυσίας και η τέλεση των λοιπών μυστηρίων και των άλλων ιεροτελεστιών και αγιαστικών πράξεων , μεταξύ των οποίων ξεχωριστή θέση κατέχει και ο αγιασμός του ύδατος.

Αυτά καθορίσθηκαν είτε απ’ τον ίδιο τον Κύριο και τους Αποστόλους, είτε απ’ την Εκκλησία. Με αυτά δε ενεργείται συνεχώς και αδιαλείπτως το θείο έργο της απολυτρώσεως μέχρι «της συντελείας των αιώνων».