<>

ΠΑΝΑΓΙΑ Η «ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ»

ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ ΤΗΣ ΝΗΣΟΥ ΛΕΥΚΑΔΟΣ

ΠΑΝΑΓΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

Παναγία μου, Φανερωμένη μου!

Αυτά είναι τα πρώτα λόγια που κάθε Λευκαδίτης θα ψελλίσει σε κάθε στη δύσκολη στιγμή. Κι όταν πάλι λυτρωθεί από τον κίνδυνο, την Φανερωμένη θα ευχαριστήσει, που μεσίτευσε στον Υιό Της για την σωτηρία του ίδιου, των δικών του, του νησιού του ολόκληρου.

Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, μα και της Υφηλίου ακόμη, οι Λευκαδίτες τιμούν την Παναγία προστάτιδά τους. Τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος, κάθε χρόνο, όλων των Λευκαδίων ο νους στρέφεται στο ιερό μοναστήρι Της, που ‘ναι χτισμένο πάνω απ’ την πόλη της Λευκάδας, την Αγία Μαύρα. Χιλιάδες είναι οι πιστοί, οι οποίοι περνούν την μέρα εκείνη για ν’ ασπασθούν το ιερό εικόνισμα της Θεομήτορος. Πάμπολλοι είναι κι όσοι συνάζονται στην Ηλιούπολη, τον Χολαργό, την Αλεξανδρούπολη κι επιπλέον, στην Ουάσιγκτων, το Σίδνεϋ και την Μελβούρνη για να υμνολογήσουν την Μητέρα του Κυρίου και πολιούχο της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Μόλις ο ξενιτεμένος επιστρέψει, έστω για λίγο, στο νησί του, θ’ ανέβει μέχρι της Κυράς τον Ιερό Βράχο, για ν’ ανάψει ένα κεράκι ταπεινό μπροστά στην θαυματουργή εικόνα Της και ν’ αποθέσει στα πόδια Της τα βάσανα και τους καημούς του.

Σε κάθε σπίτι λευκαδίτικο, στο νησί ή στην ξενιτιά, σε περίοπτη θέση βρίσκεται η εικόνα της Φανερωμένης. Μπροστά της καίει σταθερά της νοικοκυράς το καντήλι και πρώτη αυτήν θα θυμιάσει, μόλις πάρει το λιβανιστήρι στα χέρια της.

Και για να ευχαριστήσει την Παναγία εκπληρώνοντας το τάμα της, όχι σπάνια, ξυπόλητη, κρατώντας λαμπάδα «ίσα με το μπόι της» θα πάρει τον ανηφορικό δρόμο, που θα την οδηγήσει προσκυνήτρια στο ναό Της.

Μέσα στο ναό, σε ειδικό χώρο -το λεγόμενο «δεπόζιτο»- βρίσκεται η εικόνα της Παναγίας. Σ’ αυτήν παρουσιάζεται η Κυρία Θεοτόκος, σαν βασίλισσα του Ουρανού και της Γης, να κάθεται σε ψηλό θρόνο. Στα γόνατά Της αναπαύεται ο μονογενής Υιός Της, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Δεξιά και αριστερά στέκονται όρθιοι οι δύο Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ, σε στάση ευλαβική, που φανερώνει ότι Την παρακαλούν να πρεσβεύει παντοτινά για το γένος των Χριστιανών και εξαιρετικά για τους Λευκαδίτες, στους οποίους δώρησε την ιερή εικόνα Της.

Ποιά είναι όμως η πραγματική αιτία της επωνυμίας Της;

Όπως αλλού αναφέρουμε, στη θέση της μονής υπήρχε ειδωλολατρικός ναός της Αρτέμιδος της Λευκαδίας, που κατεδαφίστηκε θαυματουργικά, με την προσευχή των Αποστόλων Ακύλα και Ηρωδίωνα. Εκεί αργότερα ιδρύθηκε μικρός «οίκος προσευχής» των Χριστιανών και στο μέρος αυτό εγκαταστάθηκαν για να μονάσουν οι δϋο από τους πϋντε Θεοφόρους Πατέρες, που ακολούθησαν τον Άγιο

Αγάθαρχο, επίσκοπο Λευκάδος μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας).

Οι 2 Πατέρες, με την συνδρομή των πιστών Λευκαδίων, μεγάλωσαν τον μικρό ναό της Παναγίας, που ήδη υπήρχε, και έχτισαν γύρω του μερικά κελλιά. Την εποχή αυτή άρχισαν οι πιστοί να αφιερώνουν στην Παναγία διάφορα κτήματα, ώστε μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα να έχει ο ναός κάποιο μικρό ετήσιο εισόδημα από τα κτήματα, ενώ καθημερινά αυξάνονταν τα έσοδα, από τα οποία ζούσαν οι μοναχοί που έμεναν εκεί .

Μετά από φοβερή πυρκαγιά, η οποία αποτέφρωσε το μικρό μοναστήρι, οι Λευκαδίτες κινητοποιήθηκαν και το ξανάχτισαν.

Ο ηγούμενος με τους επιτρόπους ανέθεσαν σε Λευκαδίτη αγιογράφο την φροντίδα να αγιογραφήσει τις δεσποτικές εικόνες και αυτές για τις θύρες, καθώς και την εικόνα της Θεοτόκου. Εκείνος ανέλαβε την ευθύνη και, πράγματι, αγιογράφησε τις τέσσερις δεσποτικές εικόνες και τις εικόνες για τις θύρες. Όταν επεχείρησε όμως να ζωγραφίσει και ξεχωριστή εικόνα της Παναγίας, δεν το κατόρθωσε. Κάθε φορά που προσπαθούσε να βάλει γύψο πάνω στην σανίδα, ο γύψος δεν στεκόταν, αλλά έπεφτε. Οπότε, αφού προσπάθησε αρκετές φορές, χωρίς αποτέλεσμα, το ανακοίνωσε στον ηγούμενο και στους επιτρόπους.

Αυτοί έγραψαν τότε στην Κωνσταντινούπολη, σε κάποιον Λευκαδίτη έμπορο, που διέμενε εκεί και του ανέθεσαν να βρει επιδέξιο αγιογράφο για να αγιογραφήσει την ιερή εικόνα της Θεομήτορος. Εκείνος ο ευσεβής έμπορος και καλός πατριώτης, μόλις έλαβε την επιστολή από την πατρίδα του, ρώτησε σχετικά. Κι όταν έμαθε, πήγε σε κάποιον ευλαβή ιερομόναχο – Κάλλιστος ήταν το όνομά του- και του γνωστοποίησε την εντολή που είχε λάβει και όσα είχαν συμβεί στον Λευκαδίτη ζωγράφο. Παράλληλα, του είπε ότι θα λάβαινε όποια αμοιβή εκείνος ζητούσε. Ο σεβάσμιος εκείνος ιερέας δέχθηκε να αγιογραφήσει την ιερή εικόνα της Θεομήτορος.

Ο ιερομόναχος Κάλλιστος ήταν ένας από τους εφημερίους του ονομαστού ναού της Αγίας Σοφίας, που βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη. Γι’ αυτό κατοικούσε στα κελλιά, που υπήρχαν γύρω από αυτόν.

Μόλις ανέλαβε την αγιογράφηση της εικόνας ο σεβάσμιος εκείνος ιερέας, πήγε σε κάποιον Εβραίο έμπορο ξυλείας. Αγόρασε από εκείνον την σανίδα και άρχισε να εργάζεται, χωρίς να σκεφτεί ότι δεν πρέπει να αναμειγνύονται οι Ιουδαίοι σε ό,τι χρησιμοποιείται για ιερούς σκοπούς. Βάζει, λοιπόν, πάνω στην σανίδα τον γύψο, αλλά αυτός δεν στεκόταν. Προσπαθεί επανειλημμένα, αλλά μάταια. Ο σεβάσμιος ζωγράφος θεώρησε ότι το είδος της σανίδας δεν δεχόταν τον γύψο και έτσι, πήγε στον ίδιο έμπορο και αντάλλαξε την σανίδα με άλλη. Όμως, όταν έβαλε και σ’ αυτή τη δεύτερη σανίδα τον γύψο, συνέβαιναν τα ίδια, όπως και στην πρώτη.

Απ’ αυτό συγκλονίστηκε και γι’ αυτό βρέθηκε σε αμηχανία, καθώς ποτέ κάτι τέτοιο δεν του είχε ξανασυμβεί. Άρχισε, λοιπόν, να νηστεύει και να προσεύχεται πάρα πολύ στην Θεοτόκο, για να του αποκαλύψει την αιτία της αποτυχίας του. Ενώ βρισκόταν συνεχώς σε τέτοια αμηχανία, κάποιο βράδυ προσευχήθηκε ολόθερμα για ώρα πολλή και κατόπιν κοιμήθηκε.

Η Κυρία Θεοτόκος όχι μόνο δεν οργίσθηκε για το λάθος του, σχετικά με την σανίδα, καθώς αυτό δεν οφειλόταν στην άγνοιά του, αλλά και άκουσε αμέσως την προσευχή του. Όταν ο Κάλλιστος αποκοιμήθηκε, του φανερώθηκε σε όνειρο μια πολύ ωραία γυναίκα ντυμένη σαν βασίλισσα του ουρανού και της γης, η οποία συνοδευόταν από στρατιά Αγγέλων και του είπε με ευχάριστη φωνή: «Ιερέα του Υιού μου και δικέ μου υπηρέτη, γιατί είσαι όλος στενοχώρια που δεν πετυχαίνει η εργασία σου; Γιατί δεν πρόσεξες, όταν αγόρασες τη σανίδα; Δεν ανέχομαι να απεικονισθώ σε σανίδες μολυσμένες από τα ακάθαρτα χέρια των Εβραίων που σκότωσαν τον Υιό και Θεό μου. Οπότε μην έχεις αγωνία, αλλά πήγαινε και πάρε σανίδα από κάποιον Ορθόδοξο, που να λατρεύει τον Υιό μου. Φρόντισε για το έργο σου και θα δεις τη δύναμη και τη βοήθεια Εκείνου που γεννήθηκε από ‘μένα, αλλά και τη δική μου.» Αφού είπε αυτά η Παντοβασίλισσα και τον ευλόγησε, ανέβηκε στους ουρανούς μέσα στη δόξα Της.

Ξύπνησε ο σεβάσμιος ιερέας έντρομος και, με καρδιά που παλλόταν από φόβο και χαρά, ευχαριστούσε την Θεομήτορα με θερμά δάκρυα και δεήσεις. Όλη τη νύχτα πέρασε με προσευχή. Το πρωΐ, όλος χαρά, πήγε σε Χριστιανό έμπορο και αγόρασε άλλη σανίδα. Πήγε κατόπιν στο δωμάτιό του, ετοίμασε το γύψο, αφού προσευχήθηκε προηγουμένως πάρα πολύ, και τον τοποθέτησε πάνω στη σανίδα. Αμέσως ο γύψος κόλλησε.

Στη συνέχεια τον προβλημάτιζε μια σκέψη: με βάση ποιό σχέδιο να σχεδιάσει την Θεομήτορα, καθώς -από τον υπερβολικό ζήλο που είχε- του έρχονταν στο νου διάφορα σχέδια, χωρίς να αποφασίζει οριστικά. Το βράδυ επιδόθηκε σε εκτενή προσευχή, με την οποία παρακαλούσε την Θεοτόκο να του αποκαλύψει το σχέδιο που άρεσε σ’ Αυτήν και έτσι κοιμήθηκε ήσυχα.

Το πρωΐ που ξύπνησε πήγε στο δωμάτιο, όπου υπήρχε η σανίδα με το γύψο και ξαφνιάστηκε βλέποντας σχεδιασμένη την εικόνα της Θεοτόκου. Ήταν, λοιπόν, στο μέσον της εικόνας καθισμένη η Υπεραγία Θεοτόκος σαν βασίλισσα όλων πάνω σε ψηλό θρόνο. Στα γόνατά Της καθόταν ο μονογενής Υιός Της. Στα δεξιά Της είχε τον Αρχιστράτηγο Μιχαήλ και στα αριστερά Της τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, οι οποίοι στέκονταν ευλαβικά δίπλα στη Θεομήτορα, με σταυρωμένα τα χέρια.

Τότε ο ιερός αυτός ζωγράφος, ο Κάλλιστος, έπεσε και προσκύνησε το αχειροποίητο σχέδιο της Θεοτόκου και αφού φόρεσε το επιτραχήλιό του, άρχισε να αγιογραφεί σύμφωνα με τους κανόνες της ζωγραφικής, με όση προσοχή του ήταν δυνατόν. Από τότε συνέχισε να νηστεύει καθημερινά δουλεύοντας με ευλάβεια, ώσπου τελείωσε την αγία εικόνα, στην οποία έδωσε το όνομα «Πεφανερωμένη» ή «Φανερωμένη», επειδή φανερώθηκε και σχεδιάσθηκε με τη βοήθεια του Θεού.

Μόλις ο Κάλλιστος τελείωσε την αγιογράφηση της ιερής εικόνας, την παρέλαβε ο παραγγελιοδόχος έμπορος και την παρέδωσε σε κάποιο επτανησιακό πλοίο που κατευθυνόταν προς την Αγία Μαύρα. Μέχρι το πλοίο την εικόνα συνόδευσαν σε πομπή ο Πατριάρχης, μαζί με τον ιερό κλήρο, τους ψάλτες και πλήθος λαού. Ο πλοίαρχος παρέλαβε την εικόνα και απέπλευσε, περνώντας από τον Ελλήσποντο.

Μόλις το πλοίο βγήκε από τα Στενά, συνάντησε αντίθετο άνεμο και προσορμίσθηκε στην Λήμνο. Το νησί αυτό μαστιζόταν από ανομβρία επί τρία χρόνια. Η γη στέγνωσε από την ανομβρία και οι κάτοικοι κινδύνευαν να πεθάνουν, χωρίς να έχουν καμιά υποστήριξη. Δεν υπήρχαν καθόλου καρποί.

Μόλις έμαθαν ότι άραξε στο λιμάνι τους κάποιο πλοίο που μετέφερε μια θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος, έτρεξαν όλοι μαζί και γνωστοποίησαν το πρόβλημά τους στον πλοίαρχο, ζητώντας την εικόνα για να κάνουν λιτανεία, περιμένοντας από τον Θεό να τους ελεήσει. Ο ευσεβής πλοίαρχος υπέκυψε στα παρακάλια των Λημνίων και τους παρέδωσε την εικόνα. Εκείνοι, την πήραν και την λιτάνευσαν μαζί με όλον τον κλήρο και τον επίσκοπο σε ολόκληρο το νησί. Και, με θαυμαστό τρόπο, ο ουρανός γέμισε από σύννεφα και έπεσε καταρρακτώδης βροχή, όπως στον καιρό του Προφήτη Ηλία. Έτσι, οι πιστοί επέστρεψαν στις κατοικίες τους καταβρεγμένοι, ενώ η εικόνα ανακηρύχθηκε θαυματουργή. Μάλιστα, η βροχή που έπεσε στην ξεραμένη γη με επέμβαση της Θεοτόκου έκανε τόσο καρποφόρα την χρονιά εκείνη, όσο ποτέ άλλοτε -καθώς όλοι ομολόγησαν.

Αλλά κι απ’ όταν έφτασε στην Αγία Μαύρα (Λευκάδα), η ιερή εικόνα δεν έπαψε να θαυματουργεί. Πολλές φορές ενώ το νησί έπασχε από ανομβρία και τα προϊόντα κινδύνευαν να καταστραφούν, μετά από εκτενείς δεήσεις κλήρου και λαού κι ύστερα από λιτανεία της ιερής εικόνας, άμεσως άρχιζε να πέφτει ραγδαία βροχή. Άνθρωποι που πάσχουν από διάφορες ασθένειες, θεραπεύονται όταν επικαλεσθούν τη βοήθεια της Θεομήτορος με πίστη και ευλάβεια. Συχνά φέρνουν αφιερώματα κι από τους γύρω απ’ την Λευκάδα τόπους πολλοί που έχουν θεραπευθεί από κάθε λογής νόσημα. Ανάπηροι σηκώνονται όρθιοι. Τυφλοί ξαναβλέπουν. Θαλασσοπόροι και άλλοι που βρίσκονται σε κίνδυνο διασώζονται.

Μαστιζόταν κάποτε το νησί για έναν ολόκληρο χρόνο από ανομβρία και όλες οι πηγές των υδάτων είχαν στερέψει. Οι καρποί και τα γεννήματα εξαντλήθηκαν και οι κάτοικοι απελπισμένοι, πρόστρεξαν με πίστη στην Θεομήτορα. Ο Αρχιερέας μαζί με τον λαό πήραν την εικόνα και κατέβαιναν σε λιτανεία προς την πόλη. Αλλά τόσο γρήγορα άκουσε η Θεοτόκος τις προσευχές των πιστών, ώστε δεν πρόλαβαν να φτάσουν στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στην Πλατεία, αν και βιάζονταν να φτάσουν εκεί, μουσκεμένοι από την πολλή εκείνη βροχή.

Τα απέναντι μέρη της Ηπείρου μαστίζονταν από επιδρομή ακρίδων, χωρίς το νησί να έχει πάθει τίποτε. Μια μέρα βλέπουν οι κάτοικοι αλλά και οι μοναχοί του μοναστηριού ένα σύννεφο να έρχεται προς το νησί. Καθώς γνώριζαν ότι στο σύννεφο υπήρχε πλήθος από ακρίδες, φοβήθηκαν πάρα πολύ. Χτύπησαν τότε τις καμπάνες της Μονής και συγκεντρώθηκαν στο ναό για να ψάλλουν Παράκληση. Και τότε, μόλις το σύννεφο των ακρίδων πλησίασε το νησί, έπεσαν όλες μαζί στη θάλασσα και πνίγηκαν.

Στα 1807 ο Σατράπης και τύραννος της Ηπείρου, Αλή Πασάς, θέλησε να καταλάβει την Λευκάδα. Ξεκίνησε λοιπόν με πλήθος ατάκτων Αλβανών στρατιωτών και στρατοπέδευσε στον Παλιοχαλιά, στην ακτή της Στερεάς, κατασκευάζοντας στρατόπεδο απέναντι από το μικρό φρούριο «Αλέξανδρος». Άρχισαν τότε να πλήττουν τη Λευκάδα με τα τηλεβόλα τους. Οι Λευκαδίτες αντιστέκονταν στον Αλή με γενναιότητα επί πολλούς μήνες. Επειδή όμως ήταν πολυάριθμοι οι Οθωμανοί και λίγοι οι Λευκαδίτες, χωρίς να έχουν κάποια ισχυρή εξωτερική δύναμη να τους προστατεύει, απελπίσθηκαν και άρχισαν δήθεν να διαπραγματεύονται με τον Αλή για συμβιβασμό, αποσκοπώντας στην αναβολή της απόβασης. Πρόστρεξαν τότε και στο μοναστήρι της Φανερωμένης, πήραν την εικόνα και πήγαν με λιτανεία μέχρι το σημείο όπου τώρα βρίσκεται το μικρό οχυρό «Αλέξανδρος», παρακαλώντας θερμά τη Θεοτόκο να τους απαλλάξει από το αιμοβόρο αυτό θηρίο. Αλλά η Κυρία Θεοτόκος, η βοηθός των Χριστιανών σε τέτοιες ιδίως περιστάσεις, εμφανίστηκε πάνω στα σύννεφα μαζί με στρατιά αγγελικών δυνάμεων, σαν γυναίκα ντυμένη με πορφυρά ενδύματα και τόξευε αδιάκοπα φωτιά εναντίον του στρατού του Αλή. Αυτοί φοβισμένοι τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας αρκετές αποσκευές και πολεμοφόδια σαν αποδείξεις του θαύματος. Το πρωΐ της 20ης Οκτωβρίου διαπίστωσαν οι Χριστιανοί ότι δεν υπήρχε κανείς από τους πολιορκητές. Βλέποντας οι Λευκάδιοι το θαύμα αυτό, χάρηκαν πάρα πολύ και απέδωσαν στη Θεοτόκο την αρμόζουσα ευχαριστία. Ύστερα μάλιστα από τρεις ημέρες έφτασαν και δέκα Ρωσσικές φρεγάδες στο μέρος του Παλιοχαλιά. Τότε έχτισαν και το φρούριο που ονόμασαν «Αλέξανδρος» και το άλλο φρούριο, που ονόμασαν «Κωνσταντίνος».

Καθώς η Λευκάδα εμπεριέχεται στο σεισμικό τρίγωνο των Επτανήσων, πολλές φορές δοκιμαζόταν -και δοκιμάζεται- από τον Εγκέλαδο. Πάντοτε, σε ανάλογες περιπτώσεις, οι Λευκαδίτες πρόστρεχαν στην Μονή της Φανερωμένης, ζητώντας την επέμβασή Της για την σωτηρία τους από τον ξαφνικό κίνδυνο. Με την άφιξη μάλιστα της λιτανευτικής πομπής, που συνόδευε την αγία εικόνα, στην πόλη της Λευκάδας, οι σεισμικές δονήσεις κατέπαυαν.

Μέχρι και σήμερα τελούνται κάθε χρόνο δύο δεήσεις στο μοναστήρι, με την συμμετοχή πλήθους κόσμου, που ευγνωμονεί την Φανερωμένη Παναγία για την απαλλαγή του νησιού από τον σεισμό. Η μία τελείται στις 15 Μαρτίου, σε ανάμνηση της απαλλαγής από τον φοβερό σεισμό που έγινε στις 9.15 το πρωΐ της 15ης Μαρτίου 1938. Η δεύτερη τελείται στις 2.15 το μεσημέρι της 30ης Ιουνίου κάθε χρόνου, σε ανάμνηση του καταστροφικού σεισμού της 30ης Ιουνίου 1948.

Την σύναξη της Παναγίας της Φανερωμένης παλιότερα τιμούσαν οι Λευκάδιοι το Σάββατο του Ακαθίστου.

Το 1762 καταστράφηκε το καθολικό της Μονής από πυρκαγιά. Ενδεχομένως να οφειλόταν σε εμπρησμό από Ενετούς στρατιώτες. Η αχειροποίητη ιερά εικόνα της Παναγίας μολαταύτα παρέμεινε ανέπαφη. Καταστράφηκε κι αυτή όμως, μαζί με το ναό, όταν ξέσπασε νέα πυρκαγιά το 1886. Τότε οι μοναχοί παρήγγειλαν νέα εικόνα, αντίγραφο της παλαιάς, στο Άγιο Όρος. Αγιογραφήθηκε από τον ιερομόναχο Βενιαμίν Κοντράκη, με δαπάνες Αγιορειτών μοναχών, που κατάγονταν από το νησί της Λευκάδας. Έφτασε στο νησί την Κυριακή της Πεντηκοστής του 1887 και τοποθετήθηκε στον «Θρόνο» Της την επόμενη ημέρα, Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτό και την ημέρα αυτή κάθε χρόνο γίνεται η γιορτή Της.


Πέρα από τους εκκλησιαστικούς υμνογράφους και ο εθνικός μας ποιητής, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, όπως κι άλλοι Λευκαδίτες ποιητές, έχει συνθέσει και τον δικό του ύμνο στην Παναγία πολιούχο της πατρίδας του.

Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

Αριστοτέλη Βαλαωρίτη

Χαμογελά η ανατολή και  ροδοκοκκινίζει

ολίγο ολίγο η καταχνιά, που τα βουνά στολίζει .

Λαλεί τ’ ορνίθι της αυγής, το πρόβατο βελάζει .

Ξυπνούν στα πλάγια οι πέρδικες, η μια την άλλη κράζει.

Ξυπνά κι ο γέρο γούμενος, τον όρθρο του σημαίνει

και μουρμουρίζοντας σιγά, στην εκκλησιά πηγαίνει,

την άγια εικόνα της Κυράς σκυφτά να προσκυνήσει.

Κι εκεί που ετέντων ο παπάς τα χείλη να φιλήσει

του κάστηκε   πως    έλειπε – παράδοξη ιστορία –

απ’ το θρονί της το χρυσό η Δέσποινα Μαρία…

Ετρόμαξ’ ο καλόγερος. Στην πλάκα γονατίζει,

χτυπά το μέτωπο στη γη, παρακαλεί, δακρύζει ..

Με μιας αστράφτ’ η εκκλησιά κι αισθάνεται ένα χέρι

όπου τον ανασήκωνε. Μοσχοβολάει τ’ αγέρι.

Τα μάτια του άνοιξ’ ο παπας… Στο κατασπρο του γενι

το δακρυ του εσταζε βροχη.. Κυττάζει… καθισμένη

στο θρόνο βλέπει την Κυρά, που του χαμογελούσε

και το Παιδί, που εχαίρετο και που τον ευλογούσε.

– Σε ποιο καλύβι αγνώριστο, σε ποια καρδιά θλιμμένη

να πέρασες τη νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;

Ποιό μαραμένο λούλουδο η χάρη Σου,Κυρούλα,

κρυφά ν’ ανάστησε, σαν ουρανού δροσούλα;

ΚΥΡΑ – ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

Νικ. Καρύδη

Κυρά Φανερωμένη μου, του Λευκαδίτη σκέπη,

χαρά στον που σε προσκυνά, χαρά στον που σε βλέπει.

Σεμνή Παρθένο να κρατάς στ’ απέριττο Θρονί σου

τον Γιόκα σου τον ακριβό και τον Μονογενή σου.

Κι από τα πεύκα γύρωθε κι από τον κάμπο κάτω

κι απ’ του Ιονίου την πνοή που γέμει αφρό δροσάτο.

Κι από τα θάμνα, τα στρουθιά και τα άγρια λουλούδια

μύρα, ψαλμούς, λιβανωτό σου στέλνουν τα αγγελούδια.

Κάμε, Κυρά μου, του φτωχού τον μόχθο ευλογία,

του ανήμπορου τον πυρετό καν’ τον δροσιά αγία.

Της μάνας τον παραδαρμό που «χει παιδί στα ξένα

κάν’ τον τραγούδι και χορό με κορυφαία εσένα.

Βλόγα, Κυρά μου, του φτωχού το λάδι και το αμπέλι

ως σ’ ευλογούν ακοίμητοι οι δυό σου οι Αγγέλοι.

Κι ως στέκονται ο ένας ζερβά κι ο άλλος στα δεξιά σου,

στέλνε μας θεία μηνύματα και σώζε τα παιδιά σου.

Φανέρωνέ μας, Δέσποινα, την κρύφια τη βουλή σου,

διώξ’ το κακό κι αγκάλιασε το όμορφο το νησί σου.

Ως αγκαλιάζει με στοργή τα τέκνα της η μάνα,

ως αγκαλιάζει την ψυχή του δειλινού η καμπάνα.

Κι αξίωσέ μας αν ποτέ στα ξένα κοιμηθούμε

στο χώμα της δικής σου γης ανάπαυση να βρούμε.

Κυρά Φανερωμένη μου, της πίστης μου λαμπάδα,

Κυρά μου και Βασίλισσα, βοήθα την Λευκάδα.

to Top