<>

Σύντομη Ιστορία της Εκκλησίας της Λευκάδος

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γερασίμου Ζαμπέλη

Η ιστορία της Εκκλησίας της Λευκάδος αρχίζει το βηματισμό της ελάχιστα χρόνια ύστερα από τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Μόλις τον χειμώνα του 65 μ.Χ., όταν ο Ολυμπιονίκης της Χριστιανικής Αλήθειας, «ο Πρώτος μετά τον Ένα» και ο Ένας μετά τον Πρώτο, ο ταπεινός γίγαντας Απ.Παύλος «παρεχείμαζε» στη γειτονική Νικόπολη. Δίχως ν’ αρνούμαστε τον υποψιασμό πως πριν από τον ερχομό του Αποστόλου Παύλου το μήνυμα της εν Χριστώ ελπίδας θα είχε ήδη μεταφερθεί εδώ από εμπόρους, οι οποίοι είχαν επικοινωνία και συναλλαγές με το ιστορικό «τιμάριο της Ρωμανίας», τη Λευκάδα, αφού τώρα αυτή αποτελεί τμήμα του ανατολικού Ιλλυρικού, όπως και η ιστορική Νικόπολη. Είναι βεβαιωμένο πως οι δύο περιοχές (Λευκάδα- Νικόπολη) διατηρούσαν σχέσεις (πολιτιστικές – εμπορικές) και διατηρούσαν επικοινωνία μεταξύ τους. Δεν πρέπει να αγνοούμε πως με την ίδρυση της Νικόπολης έγινε μεταφορά μεγάλης ποσότητας μαρμάρων και άλλων αντικειμένων από τα μνημεία της Λευκάδας στα τώρα χτιζόμενα μνημεία της νέας πόλης, της Νικόπολης.

Επίσημα, όπως οι ιστορικές καταγραφές και η μαρτυρία της παράδοσης αναφέρουν, ο Χριστιανισμός θα περάσει στο νησί τον χειμώνα του 65 μ.Χ., όταν ο θείος Ταρσέας συνοδευόμενος από τους πολύτιμους συνεργούς του, Σωσίωνα, Ηρωδίωνα και Ακύλα, αγκυροβόλησε στο δεύτερο λιμάνι της Λευκάδος, το οποίο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη Νικόπολη. Εκεί που σήμερα υπάρχει το ιστορικό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Αντζούση (Ντ’ Ανζού). Στη μικρόχωρη εκείνη σπηλιά, ο φλογερός Απόστολος του Θεού πραγματοποίησε «σύναξη προσευχής» με τους συνοδούς του και τους υπάρχοντες στο νησί ελάχιστους Χρθιστιανούς. Ταυτόχρονα, εκείνη την ώρα εγκατέστησε τον πρώτο Επίσκοπο Λευκάδας, τον μαθητή του, Σωσίωνα και επέστρεψε στη Νικόπολη.

Ο επίσκοπος Σωσίωνας, ο Ηρωδίωνας και ο Ακύλας, συνοδευόμενοι από τον πρώτο πυρήνα Χριστιανών, ανέβηκαν στο διπλανό λόφο, που σήμερα βρίσκεται ο θρόνος της Παναγίας της Φανερωμένης, ενώ τότε υπήρχε ο ναός της Αρτέμιδος της Λευκαδίας. Ύστερα από θερμή προσευχή των «συνεργών» του Απ. Παύλου, το άγαλμα της θεάς συνετρίβη και έκπληκτοι οι Λευκάδιοι άρχισαν υπεύθυνα να προβληματίζονται για την Αλήθεια της νέας διδασκαλίας. Έτσι, το ρεύμα του Χριστιανισμού άρχισε να κυλάει δημιουργικά μέσα στο απορημένο σώμα της τοπικής κοινωνίας. Το συγκλονιστικό θαύμα του Σωσίωνα επηρέασε θετικά το λευκαδίτικο λαό, που έκπληκτος προσέγγιζε τα ιερά και χαριτόβρυτα κράσπεδα της απόλυτα βεβαιωμένης αυτής Αλήθειας. Η πνευματική ζύμωση, με ουσιαστικό πρωτογενές κύτταρο τον θαυμαστό λόγο των Αποστόλων, συνέχιζε να επηρεάζει υπαρξιακά τους ανθρώπους και να λειτουργεί μεταμορφωτικά στο ήθος και το ύφος των.

Τα χρόνια ύστερα από την Α1 Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.) θ’ αποτελέσουν την εναρκτήρια κίνηση για το ξαναζωντάνεμα του Χριστιανισμού και τη θεμελίωση του μοναχισμού στο νησί. Στη Σύνοδο αυτή της Νίκαιας είχε λάβει ενεργό μέρος ο επίσκοπος Λευκάδος Αγάθαρχος. Ισχυρή προσωπικότητα με πνευματικό κύρος και κοινωνικές παρεμβάσεις. Επιστρέφοντας στο νησί, θα τον συνοδέψουν πέντε άλλοι Πατέρες – μέλη της Συνόδου. Οι δύο από αυτούς θα εγκαταβιώσουν στον υπάρχοντα «ευκτήριο οίκο» της Θεομήτορος, όπου είχε συντελεσθεί το θαύμα του Σωσίωνα. Οι υπόλοιποι τρεις θα φθάσουν πάνω από τη Νικιάνα, εκεί ακριβώς όπου σήμερα είναι το ησυχαστήριο των Αγ. Πατέρων, θα ιδρύσουν το ιστορικό αυτό πνευματικό χαράκωμα.

Τώρα ο Χριστιανισμός αποκτά ισχυρές αρχές. Σύντομα μεταβάλλεται σε πνευματικό αιμοδοτικό σταθμό που θα λειτουργήσει στο χρόνο και την ιστορία και θα συμβάλλει σημαντικά στην ανανέωση και αναγέννηση των προσωπικών και κοινωνικών κυττάρων. Για μερικούς αιώνες η ιστορία θα σιωπήσει γύρω από την πορεία και την μαρτυρία του Χριστιανισμού στο νησί. Μια είδηση από τον επίσκοπο Κρεμώνης Λιουτπράνδο, μόλις τον 9ο αιώνα, θα σηματοδοτήσει τη δημιουργική παρουσία και την ενεργό πνευματική – κοινωνική δράση του Χριστθανισμού στο νησί της Λευκάδας. Από τον 11ο όμως αιώνα οι μαρτυρίες για το έργο και την προσφορά της τοπικής Εκκλησίας στον ιστορικό λαό του Θεού θα διαδέχονται η μία την άλλη. Τόσο ο έντονα παρεμβατικός λόγος του μοναχισμού και η ζωντανή του διακονία, όσο και ο ενεργός ρόλος της Εκκλησίας για τη διάσωση και τη διαφύλαξη της Ορθόδοξης, της ακραιφνούς Ρωμαίϊκης ταυτότητας του κοινωνικού σώματος, θα διασώσουν από τον εφιαλτικό κίνδυνο της πνευματικής και κατ’ επέκταση εθνικής αιχμαλωσίας του λαού αυτού του τόπου.

Το 1331 μ.Χ. οι Φράγκοι – Ανδηγαυοί κατακτητές θα επιχειρήσουν να αιχμαλωτίσουν και πνευματικά τον λαό. Πρώτη τους κίνηση ήταν να οδηγήσουν στην εξορία τον Ορθόδοξο κλήρο του νησιού και αμέσως ύστερα επέβαλαν τους Λατίνους κληρικούς. Δεν πέτυχαν όμως τον ανίερο σχεδιασμό τους. Σε διάστημα είκοσι πέντε ετών οι Λατίνοι κληρικοί ασπάσθηκαν την Ορθόδοξη πίστη και επανεγκαταστάθηκε ο διωγμένος Ορθόδοξος κλήρος. Απόδειξη τρανή του αντιστασιακού δυναμισμού της τοπικής Εκκλησίας. Αυτή την περίοδο (1470-1473) η παρουσία της Ελένης Παλαιολόγου – Βράνκοβιτς στο νησί βοήθησε στην ανασυγκρότηση των ιερών μονών και την ανοικοδόμηση του ιστορικού Ιερού Ναού της προστάτιδος Αγίας Μαύρας. Εδώ «περί τας δυσμάς του βίου της» θα καρεί μοναχή και θα λάβει το όνομα Υπομονή.

Από το 1684 μέχρι το 1797 στη Λευκάδα θα κυριαρχούν οι Ενετοί. Σκληροί εκβιαστές, αγονάτιστοι τύραννοι και περήφανοι Λατίνοι εξουσιαστές, αυτοί θα επιχειρήσουν να συντρίψουν το εθνικό φρόνημα μέσα από το δογματικό γονάτισμα των Ορθοδόξων. Δεν θα το πετύχουν αυτό, αν και χρησιμοποίησαν κάθε μέσο υποτίμησης, χλεύης και αιχμαλωσίας των εκκλησιαστικών παραγόντων του τόπου. Η Εκκλησία, μπροστάρης στο ιερό χαράκωμα της πνευματικής και εθνικής αντίστασης θα διασώσει την πνευματική – δογματική ενότητα των ψυχών και θα διαφυλάξει αρρύπωτο το εθνικό φρόνημα.

Κορυφαίες εκκλησιαστικές προσωπικότητες αυτή τη μαρτυρική περίοδο θα διακονήσουν τον λαό. Με το έργο τους δε, θα αναδειχθούν και σε σημαντικές εθνικές μορφές. Όπως οι Αρχιεπίσκοποι Λευκάδος και Αγίας Μαύρας Διονύσιος Κόνδαρης (1738-1742) και Χρύσανθος Ψωμάς (1743-1766), ο Αρχιμανδρίτης και ηγούμενος της Φανερωμένης Νεκτάριος Ζαμπέλης, ο τότε ιεροδιάκονος Νικηφόρος Θεοτόκης, που θα χειροτονηθεί στη Μονή της Φανερωμένης και ο εθνεγέρτης Κοσμάς ο Αιτωλός.

Από το 1797 μέχρι το 1799 στον τόπο μας θα ασκήσει ασφυκτικές πιέσεις η μέγγενη των Γάλλων κατακτητών. Κυρίαρχο δυναμικό στοιχείο σ’ αυτούς ήταν τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης, τα οποία -σύμφωνα με την έγκυρη σκέψη της ιστορικού- «πέραν των συνόρων της Γαλλίας ήταν πρόσχημα εδαφικών κατακτήσεων».

Στα 1799 η σκυτάλη της εξουσίας δόθηκε στους Ρωσότουρκους. Με τη συμβολή του Ρώσου ναυάρχου Θεοδώρου Ουσακώφ, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα προβιβάσει την Αρχιεπισκοπή Λευκάδος και Αγίας Μαύρας σε Μητρόπολη. Έκτοτε ο κανονικός τίτλος της τοπικής Εκκλησίας θα είναι: Ιερά Μητρόπολη Λευκάδος και Αγίας Μαύρας. Το 1800 δημιουργήθηκε η Επτάνησος Πολιτεία. Το 1807-1810 όλα τα Επτάνησα πέρασαν στην εξουσία των Γάλλων. Από το 1810 μέχρι το 1864 η εξουσία δόθηκε στους Αγγλους κατακτητές, ενώ το 1866 η Εκκλησία της Επτανήσου, επομένως και της Λευκάδος, ενώθηκε με την Εκκλησία της Ελλάδος.

Στις πολύχρονες δοκιμασίες του τόπου και των ανθρώπων, η Εκκλησία διακονούσε συνετά, ταπεινά και διακριτικά το μυστήριο της εν Χριστώ αγάπης και ελευθερίας. Σε στιγμές οριακές και κρίσιμες τολμούσε να ανοίγει δρόμους ελπίδας και με φιλάνθρωπη διάθεση υπηρετούσε το Θεό και τον άνθρωπο. Στη μεγάλη δοκιμασία του σεισμού του 1825 θα παίξει ενεργό ρόλο στην αναστήλωση των ερειπίων και θα συνδράμει ενεργά τους δεινοπαθούντες. Δεν ήταν μικρή η συμβολή της στην ετοιμασία της μεγάλης στιγμής για την επανάσταση του 1821. Κλήρος και λαός, έτοιμος από χρόνια, θα συνταχθεί στο στρατόπεδο της αντίστασης και θα ετοιμάσει την φλόγα της Ανάστασης. Και όταν έφθασε η ώρα της Ένωσης με την Ελλάδα (1864), ο Μητροπολίτης Λευκάδος και Αγίας Μαύρας Γρηγόριος Αραβανής (1852-1886) θα συντάξει εγκύκλιο και, αφού διαβαστεί στις Εκκλησίες, θα γίνει κίνητρο ψήφου υπέρ «της γλυκυτάτης Ενώσεως».

Το 1867 η τοπική Εκκλησία, σχεδόν μόνη της, θα υποδεχθεί και θα περιθάλψει τους Κρήτες φυγάδες που ταλαιπωρημένοι ζητούσαν βοήθεια. Πάντοτε λειτρουργούσε ως ιερός αιμοδοτικός σταθμός διασφαλίζοντας τη συνέχεια της ενότητας του κοινωνικού και του εθνικού μας σώματος. Υπήρξε όντως ο κοινωνικός, πνευματικός και εθνικός Μωυσής του λαού μας.

Τον Σεπτέμβριο του 1899, με σχετική απόφασή της, η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος θα προσαρτήσει την τοπική Εκκλησία της Ιθάκης στη Μητρόπολη Λευκάδος. Έτσι ο τίτλος της Μητροπόλεως γίνεται: Ιερά Μητρόπολη Λευκάδος και Ιθάκης.

Ολόκληρο τον 20ό αιώνα η τοπική μας Εκκλησία, ως ιερό και αδαπάνητο Σώμα Χριστού, θα λειτουργήσει φιλάνθρωπα, αναγεννητικά, προστατευτικά, παιδευτικά και βαθιά Ελληνορθόδοξα. Στόχος της βασικός η εν Χριστώ αύξηση του πληρώματός της και η διατήρηση της ενότητος του ιερού της Σώματος. Κι ήταν ο αιώνας αυτός συγκλονιστικά δύσκολος. Οι φλόγες και τα αποκαΐδια των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, τα δεινά που σημάδευαν την εκρηκτική τους παρουσία και οδηγούσαν σε εφιαλτικό διχασμό το κοινωνικό και εθνικό σώμα, οι προκλήσεις και οι απειλές των τεχνολογικών δεδομένων, οι ποικίλες αδυναμίες του έμψυχου υλικού και η βαθειά, βαριά υποτίμηση των πνευματικών – ηθικών αξιών δημιουργούσαν ποικίλες εντάσεις με απροσδιόριστες πάντοτε συνέπειες στην ομαλή πορεία και τη θετική παρουσία, τη δημιουργική δράση και τη λυτρωτική αντίδραση στα αρνητικώς τεκταινόμενα. Η μικρή τοπική μας Εκκλησία θα λειτουργήσει πνευματικά αναστηλωτικά, ηθικά μεταμορφωτικά, πολιτισμικά αναγεννητικά, κοινωνικά διασωστικά, εθνικά εξισαορροπητικά, διανθρώπινα ελευθερογόνα. Και περνώντας τον ευγενή, ευσεβή και μαρτυρικό λαό μας από τις «πλαγκτές πέτρες» των πολλών και δύσκολων περιπετειών, τον οδήγησε στο εύφορο «περιβολάκι» (Φ. Κόντογλου) της ανανέωσης και αναψυχής.

Ένα απλό ακόμη κοίταγμα της μαρτυρικής ιστορίας της τοπικής Εκκλησίας οπωσδήποτε θ’ αποκαλύψει έντονα και καθαρά αυτό που πιο πάνω σημειώσαμε. Και ο παρεμβατικός, σωτήριος λόγος και ρόλος της συνεχίζεται…