<>

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΗΣ ΛΕΥΚΑΔΑΣ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΕ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΤΟΠΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ[1]

Του Διακόνου Ιωαννικίου Ζαμπέλη

Είναι γενικά αναγνωρισμένη η αλληλεπίδραση ανάμεσα στην τέχνη και την Ιστορία κάθε τόπου. Οι πάσης φύσεως μεταβολές και διαφοροποιήσεις στην τέχνη συναρτώνται -με μικρότερη η μεγαλύτερη αμεσότητα, λιγότερο ή περισσότερο εμφανώς- με τα ιστορικά γεγονότα και τις μεταβολές στον ρου της Ιστορίας. Το ίδιο ισχύει και για την εκκλησιαστική τέχνη.

Πριν αρχίσει κανείς να μελετά την εκκλησιαστική τέχνη στη Λευκάδα, σκόπιμο είναι να γνωρίσει πρώτα την ιστορική πορεία του νησιού μέσα στον χρόνο. Εξάλλου, το Εκκλησιαστικό Μουσείο της Ιεράς Μονής Φανερωμένης φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα σταυροδρόμι της τοπικής Ιστορίας της Λευκάδας και της εκκλησιαστικής τέχνης, όπως εμφανίσθηκε και καλλιεργήθηκε διαχρονικά στο νησί.

Λευκάδα: η Ομηρική Ιθάκη;

Εφ’ όσον ο ιστορικός χρόνος αρχίζει να μετράει από την εμφάνιση των πρώτων γραπτών μνημείων σε κάθε λαό -οπότε και η προϊστορία του γνωρίζει τη δύση της- για τη Λευκάδα είναι κρίσιμο να απαντηθεί το ομηρικό αίνιγμα. Δηλαδή αν η σημερινή Λευκάδα ήταν πράγματι η Ομηρική Ιθάκη, όπως υποστήριξε πρώτος ο Γερμανός αρχαιολόγος Γουλιέλμος Δαίρπφελδ και αρκετοί, ακολουθώντας την επιστημονική συλλογιστική του και παρατηρώντας τα ίχνη της αρχαιολογικής του σκαπάνης. Αν δεχθούμε τη θεωρία αυτή, μπορούμε ν’ αναζητήσουμε στα ομηρικά έπη -και δη στην Οδύσσεια- τις πρώτες μαρτυρίες για τη θρησκευτικότητα των κατοίκων αυτού του νησιού.

Αποικία των Κορινθίων

Παρακάμπτοντας όμως τον γρίφο της ομηρικής Ιθάκης, βαδίζουμε στο στέρεο έδαφος των ιστορικών καταγραφών. Πληροφορούμαστε, λοιπόν, από τους περιηγητές και τους ιστορικούς της ελληνικής αρχαιότητας ότι τον 7ο αιώνα π.Χ. αστικό κέντρο του νησιού ήταν η πόλη Νήρικος, ερείπεια της οποίας σώζονται κοντά στον οικισμό Καλλιγόνι («κυκλώπεια» τείχη, θέατρο κ.ά.). Τότε η μεγάλη ναυτική δύναμη της εποχής, η Κόρινθος, ιδρύει αποικία της στο νησί και την πόλη με το όνομα «Λευκάς». Οι Κορίνθιοι θα διευρύνουν τον πορθμό που ξεχωρίζει την Λευκάδα από τη γειτονική Ακαρνανία και θα καταστήσουν τη νέα τους αποικία κέντρο των εμπορικών και ναυτιλιακών δραστηριοτήτων τους στην περιοχή του Αμβρακικού κόλπου, πάνω στο θαλάσσιο δρόμο προς τη Δύση (Κάτω Ιταλία, Σικελία, Αδριατική).

Στους Περσικούς Πολέμους

Η Λευκάδα ήταν παρούσα στους μεγάλους αγώνες της ελληνικής Ιστορίας. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνας εναντίον των Περσών (480 π.Χ.) έστειλε 3 πλοία, ενώ μία λευκαδίτικη τριήρης ήταν το πρώτο ελληνικό πλοίο που επιτέθηκε στον εχθρικό στόλο. Στη νικηφόρα μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.), τελευταία των Περσικών Πολέμων, πολέμησαν 800 άντρες από τη Λευκάδα και τον Αμβρακικό, ενώ η Λευκάδα ήταν μία από τις 33 πόλεις που προσέφεραν τον χάλκινο τρίποδα στο μαντείο των Δελφών, ως ανάθημα ευχαριστήριο για τη μεγάλη νίκη.

Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο

Σταθερή σύμμαχος της μητρόπολης – Κορίνθου, η αποικία – Λευκάδα παρέμεινε προσδεδεμένη στο άρμα της Πελοποννησιακής Συμμαχίας κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.Χ.). Ο Θουκυδίδης καταγράφει την επίθεση των Αθηναίων στο νησί και την καταστροφή του φρουρίου «Ελλόμενον» (στην πεδιάδα του «Εγκλιμενού», στην περιοχή του Νυδριού), όταν οι Αθηναίοι κατευθύνονταν προς την Κέρκυρα, για να την προστατέψουν από τους Σπαρτιάτες. Η Λευκάδα είχε στείλει πλοία να ενωθούν με τον κορινθιακό στόλο εναντίον των Αθηναίων, που πολεμούσαν υπό τον στρατηγό Φορμίωνα. Επίσης, συνέδραμε με πλοία την Σπάρτη στην απτυχημένη για τους Αθηναίους Σικελική εκστρατεία. Πάντως, παρόλο που η Λευκάδα βρέθηκε στην παράταξη των νικητών του πρώτου μεγάλου εμφυλίου πολέμου των Ελλήνων, οι ζημιές που υπέστη ήταν πολλές και μεγάλες.

Σύμμαχος των Μακεδόνων

Όταν οι Μακεδόνες, υπό τον Φίλιππο, θα ηγεμονεύσουν της Ελλάδος και όταν κατόπιν ο Μέγας Αλέξανδρος θα εκστρατεύσει εναντίον των Περσών, η Λευκάδα θα συμμετάσχει στον κοινό αγώνα των ελληνικών πόλεων. Μετά το θάνατο του μεγάλου στρατηλάτη, η Λευκάδα θα αποστατήσει, συμμαχώντας με τους Αθηναίους, οι επίγονοι όμως του Μ. Αλεξάνδρου θα την επανακτήσουν. Θα επαναστατήσει και πάλι το 312 π.Χ., αποκτώντας την αυτονομία της.

Στο «Κοινό των Ακαρνάνων»

Στη συνέχεια συμμετέχει στο «Κοινό των Ακαρνάνων» και γίνεται πρωτεύουσά του. Αλλά το 230 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Κουίντος Φλαμίνιος πολιορκεί τη Λευκάδα, την καταλαμβάνει και την καταστρέφει, σε αντίποινα για την συμμαχία της με τους Μακεδόνες εναντίον των Ρωμαίων.

Η ίδρυση της Νικοπόλεως

Η ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) μεταξύ της τελευταίας βασίλισσας του ελληνιστικού κόσμου, της Κλεοπάτρας και του Αντωνίου από το ένα μέρος και του Οκταβίου από το άλλο έδωσε τη νίκη στο δεύτερο, τον κατοπινό Αύγουστο που εγκαθίδρυσε έτσι τη μονοκρατορία της Ρώμης υπό την ηγεσία του σε όλον το γνωστό τότε κόσμο, εδραιώνοντας την πολυθρύλλητη «pax romana» και καθιερώνοντας ως κοινούς κώδικες επικοινωνίες των υπόδουλων στους Ρωμαίους λαών τη λατινική και την ελληνική γλώσσα. Ως αιώνιο μνημείο της νίκης του ο Οκτάβιος ίδρυσε στη γειτονική Ήπειρο τη Νικόπολη, στην οποία εγκατέστησε πλήθος κατοίκων (στις 200.000 τους ανεβάζουν οι ιστορικοί) από τη Λευκάδα και τις γύρω περιοχές. Έτσι το νησί της Λευκάδας παρήκμασε και αρκετά μνημεία καταστράφηκαν, για να χρησιμοποιηθούν τα υλικά τους (π.χ. μάρμαρα) για την οικοδόμηση του νέου πολιτικού και οικονομικού κέντρου της Παλαιάς Ηπείρου.

Ειδωλολατρικά ιερά στη Λευκάδα

Οι κάτοικοι της Λευκάδας κατά την αρχαιότητα, όπως και οι λοιποί Έλληνες, λάτρευαν το Δωδεκάθεο. Μαρτυρείται η ύπαρξη των εξής ειδωλολατρικών ιερών στο νησί:

α. Της Αρτέμιδος της Λευκαδίας, στη θέση του οποίου είναι χτισμένη σήμερα η Ι. Μονή Φανερωμένης. Ήταν και τότε θρησκευτικό κέντρο των Λευκαδίων. Γι’ αυτό και ο απόστολος Ηρωδίων επέλεξε να μιλήσει εκεί στα συγκεντρωμένα πλήθη (βλ. παρακάτω).

β. Του Λευκάτα Απόλλωνος, στο ακρωτήριο Λευκάτας. Στην πρώιμη αρχαιότητα εκεί γίνοναν ανθρωποθυσίες και εκτελέσεις κακοποιών, στους οποίους έδεναν φτερά στα χέρια και τα πόδια και αν κατάφερναν να σωθούν, τους χάριζαν τη ζωή, διαφορετικά έβρισκαν οικτρό θάνατο στα κοφτερά βράχια του νότιου άκρου του νησιού. Εκεί αυτοκτόνησε και η λυρική ποιήτρια Σαπφώ, από τη Λέσβο, απογοητευμένη από τον δίχως ανταπόκριση έρωτά της για τον Φάωνα. Στη θέση του αρχαίου ναού βρίσκεται σήμερα ο φάρος του Λευκάτα, ενώ πιθανότατα είχε χτιστεί και ναός αφιερωμένος στο Σωτήρα Χριστό.

γ. Της Αινειάδος Αφροδίτης, στο σημερινό «Νησάκι του Αη-Νικόλα» στον όρμο Δέματα. Εκεί βρισκόταν από την εποχή των Κορινθίων μέχρι την Αγγλοκρατία το εξωτερικό λιμάνι της Λευκάδας και στο νησί μάλλον λειτουργούσε λοιμοκαθαρτήριο. Η παράδοση -πιθανότατα βάσιμη- θέλει να στάθμευσε εκεί το πλοιο που μετέφερε τα λείψανα του Αγίου Νικολάου από τα Μύρα της Λυκίας στο Μπάρι της Ν. Ιταλίας κατά την εποχή των Σταυροφοριών.

δ. Της Δήμητρας, στη θέση της σημερινής Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου στο Ροδάκι. Η Αγ. Τράπεζα της Μονής πιθανότατα ήταν ο παλαιός ειδωλολατρικός βωμός. Κατάλοιπο της λατρείας της «θεάς» της γονιμότητας αποτελεί η λαϊκή παράδοση για τον «Αη-Γιάννη το Σερνικάρη», που θέλει να γεννούν «σερνικό» (αρσενικό) το πρώτο τους παιδί (ή να κάνουν αρσενικά παιδιά) όσες γυναίκες τάξουν στον Αη-Γιάννη να «πάρουν ευχές» στο μοναστήρι του.

Ο Χριστιανισμός στη Λευκάδα

Όταν η Λευκάδα δέχθηκε το κήρυγμα της νέας Πίστης από τον Απόστολο Παύλο και τους «συνεργούς» του (βλ. παρακάτω), ο πάλαι ποτέ ειδωλολάτρες και ήδη νεοφώτιστοι Χριστιανοί μετέτρεψαν τους πρώην ειδωλολατρικούς ναούς σε χώρους λατρείας του αληθινού Θεού[2].

Επίσκοποι Λευκάδος σε Οικουμενικές Συνόδους

Πρώτος επίσκοπος Λευκάδος χειροτονείται ο Σωσίων. Ο επίσκοπος Λευκάδος Αγάθαρχος έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια Βιθυνίας, 325 μ.Χ.) και επιστρέφει στο νησί, μαζί με πέντε Πατέρες, οι οποίοι σαγηνεύθηκαν από την αγία πολιτεία του επισκόπου Λευκάδος. Τρεις από αυτούς ασκητεύουν σε ένα σπήλαιο, όπου βρίσκεται σήμερα το ησυχαστήριο των Αγίων Πατέρων, ανάμεσα στα χωριά Αλέξανδρος και Νικιάνα. Οι άλλοι δύο θα μονάσουν στον χώρο που ήμερα βρίσκεται η Ι. Μονή Φανερωμένης. Οι Αγιοι Πατέρες, λοιπόν, εισάγουν την «μοναδική πολιτεία», τον μοναχισμό, στο νησί. Αργότερα, οι επίσκοποι Λευκάδος Ζαχαρίας και Πελάγιος θα συμμετάσχουν στη Β’ και στην Στ’ Οικουμενική Σύνοδο (Κωνσταντινούπολη, 381 μ.Χ. και 680/1 μ.Χ.) αντίστοιχα.

Τμήμα της «Βυζαντινής» Αυτοκρατορίας

Μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η Λευκάδα υπαγόταν σταθερά στο ανατολικό τμήμα της (το λεγόμενο «Βυζάντιο»), εξαρτώμενη πολιτικά και εκκλησιαστικά από την Κωνσταντινούπολη. Ελάχιστες πληροφορίες διαθέτουμε για την ιστορία της Λευκάδας στην πρώτη χιλιετία μ.Χ. Γνωρίζουμε ότι τον 5ο αι. μ.Χ. λεηλατήθηκε από τους Βάνδαλους και τους Ούννους, ενώ τον 6ο αι. μ.Χ. δύο καταστροφικοί σεισμοί έπληξαν το νησί. Μετά τον 6ο αι. η Λευκάδα υπαγόταν στο «θέμα Κεφαλληνίας».

Ο Λιουτπράνδος στον ασκητικό επίσκοπο Εύνικο

Το 968 μ.Χ. πέρασε από τη Λευκάδα ο επίσκοπος Κρεμώνης Λιουτπράνδος, πηγαίνοντας στην Κωνσταντινούπολη, για να ζητήσει από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά την πριγκίπισσα Θεοφανώ, κόρη του Ρωμανού Β’ για σύζυγο του βασιλιά της Γερμανίας, Όθωνα. Επισκέφθηκε τότε τον επίσκοπο Λευκάδος Εύνικο. Ο δυτικός επίσκοπος κατακρίνει τον επίσκοπο Εύνικο για τη λιτή δίαιτά του -και την ασκητική διαγωγή του, θα προσθέσουμε εμείς.

Οι Σταυροφόροι

Κατά τις Σταυροφορίες, το λιμάνι της Λευκάδας θα αποτελέσει σταθμό ανεφοδιασμού για τα πλοία των Σταυροφόρων πριν ξανοιχτούν στο ανοιχτό Ιόνιο και την Αδριατική. Τότε θα περάσουν από το νησί τα λείψανα των Αγίων Νικολάου, επισκόπου Μύρων της Λυκίας, Δονάτου επισκόπου Ευροίας και του οσίου Λουκά του εν Στειρίω, κατά την μετακομιδή τους προς τη Δύση.

Υπό το Δεσποτάτο της Ηπείρου και τους Ορσίνι

Μετά την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους (1204) η Λευκάδα θα ακολουθήσει τις τύχες του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που ίδρυσε ο Μιχαήλ Αγγελος Κομνηνός, με έδρα την Αρτα. Το 1293 ο Δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος Αγγελος Κομνηνός πάντρεψε την κόρη του με τον Ιωάννη Ορσίνι, γιο του Ριχάρδου Ορσίνι, «αυθέντη της Κεφαλληνίας και της Ζακύνθου» και του έδωσε ως προίκα τη Λευκάδα. Ο Ιωάννης Ορσίνι έχτισε το 1300 στα βόρεια του νησιού το αρχικό οχυρό, στη θέση του σημερινού «Φρουρίου της Αγίας Μαύρας».

Οι Ανδηγαυοί στη Λευκάδα

Το 1331 οι Ανδηγαυοί Φράγκοι, υπό τον δούκα των Αθηνών Βάλτερο Βρυέννιο καταλαμβάνουν τη Λευκάδα και ορίζεται διοικητής ο άρπαγας δυνάστης Ιωάννης ο εξ Αμυγδαλείας. Το 1355 αυτός ανακαλείται και διορίζεται νέος ηγεμόνας, ο Γρατιανός Τζώρτζης. Δυο χρόνια αργότερα, το 1357 στα ορεινά του νησιού, στους Σφακιώτες, ξεσπάει η «επανάσταση της Βουκέντρας», την οποία τραγούδησε ο Αριστ. Βαλαωρίτης στον «Φωτεινό» του.

Οι Ανδηγαυοί διαρρύθμισαν σε ναό το μικρό σπήλαιο στη σημερινή παραλία του Αη-Γιάννη του «Αντζούση» (Ανδηγαυικού), στο οποίο είχε κηρύξει το λόγο του Θεού ο απόστολος Παύλος. Ακόμη, εγκατέστησαν ρωμαιοκαθολικό κλήρο και λατίνο επίσκοπο, τον Ριχάρδο, στην προσπάθειά τους να υποτάξουν και εκκλησιαστικά τον ορθόδοξο πληθυσμό του νησιού. Μέσα σε τριάντα χρόνια όμως και οι παπικοί κληρικοί είχαν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία!

Λευκάδα ή «Αγία Μαύρα»

Οι Ανδηγαυοί κατάγονταν από την κωμόπολη Sainte Maure (Αγία Μαύρα), που βρισκόταν στο νομό Intre et Loir της σημερινής Γαλλίας. Φτάνοντας στο νησί, του έδωσαν το όνομα της μακρινής πατρίδας τους και έχτισαν μέσα στο Φρούριο μικρό ναό, ρωμαιοκαθολικού δόγματος, αφιερωμένο στο όνομα της Αγίας Μαύρας. Τότε και το νησί ονομάσθηκε για πρώτη φορά «Αγία Μαύρα» (Santa Maura).

Η δυναστεία των Τόκκων

Μετά το θάνατο του Γρατιανού Τζώρτζη, οι κάτοικοι της Λευκάδας συνεννοήθηκαν με τον Λεονάρδο Α’ Τόκκο, Κόμητα Παλατίνο Κεφαλληνίας, Ιθάκης και Ζακύνθου και του παρέδωσαν το Κάστρο της Αγίας Μαύρας. Έτσι, οι Τόκκοι έγιναν κυρίαρχοι του νησιού. Ο Λεονάρδος επαναδραστηριοποίησε την Αρχιεπισκοπή Λευκάδος.

Η Ελένη Παλαιολογίνα στη Λευκάδα

Λίγα χρόνια μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης (1453), το 1463, φτάνει στη Λευκάδα η Ελένη, κόρη του Δεσπότη του Μωρέως, Θωμά Παλαιολόγου και σύζυγος του ηγεμόνα της Σερβίας, Λαζάρου Βράνκοβιτς. Σκοπός του ταξιδιού της Ελένης Παλαιολογίνας στη Λευκάδα -με τη συνοδεία του χρονικογράφου της Αλωσης και έμπιστου σε αυτήν, Γεωργίου Φραντζή- ήταν ο γάμος της κόρης της, Μελίσσας ή Μηλίτσας με τον δούκα της Λευκάδος, Λεονάρδο Γ’ τον Τόκκο.

Στην πορεία τους προς το νησί κινδύνεψαν από σφοδρή θαλασσοταραχή. Η ευσεβής Ελένη τάχθηκε στην Αγία Μαύρα, προς το νησί της οποίας κατευθυνόταν, να σωθεί και να της φτιάξει ναό. Πράγματι, σώθηκε και με τη βοήθεια του γαμπρού της διαρρύθμισε σε ορθόδοξο και διακόσμησε περίλαμπρα τον καθολικό ναό της Αγίας Μαύρας. Επίσης, έχτισε ή ανακαίνισε και το μοναστήρι της Οδηγήτριας στην Απόλπαινα, που είναι σήμερα το παλαιότερο σωζόμενο εκκλησιαστικό μνημείο της Λευκάδας. Τελικά, καθώς διηγείται ο Φραντζής, εκοιμήθη στην Αγία Μαύρα, στις 7 Νοεμβρίου 1473, αφού πρώτα είχε καρεί μοναχή, παίρνοντας το όνομα «Υπομονή».

Η Τουρκοκρατία στη Λευκάδα (1479-1684)

Το 1479 οι Τούρκοι, υπό τον Γκεντούκ Αχμέτ πασά της Αυλώνας, κυριεύουν την Αγία Μαύρα, το μοναδικό από τα Επτάνησα που γνώρισε την Τουρκοκρατία και μάλιστα για 205 ολόκληρα χρόνια.

Μέσα στο Φρούριο εγκαταστάθηκε η άρχουσα τάξη και ο στρατός των Τούρκων, ενώ το νησί θα γίνει «επαίσχυντη φωλεά Μωαμεθανών πειρατών» κατά τον δυτικό Sebastiani και «αγκάθι εις το μάτι της Φραγκιάς» κατά τον Τούρκο περιηγητή Εβλιά Τσελεμπή[3]. Μέσα στο Κάστρο υπάρχουν πέντε βρύσες και τρία τζαμιά -το ένα «σε χάλασμα εκκλησίας», μάλλον της Αγίας Μαύρας.

Δεξιά και αριστερά του Φρουρίου αναπτύχθηκαν δύο πολίχνες με ξύλινα σπίτια και καπηλειά: η Χώρα (προς την ακαρνανική ακτή) και η Αλλη Μεριά (πάνω στο νησί της Λευκάδας), όπου βρίσκεται ο ναός της Αγίας Παρασκευής. Το Φρούριο συνέδεε με το νησί η γέφυρα του οθωμανικού υδραγωγείου, που στηριζόταν σε 360 καμάρες και υδροδοτεί την πόλη από το υδραγωγείο της Μεγάλης Βρύσης.

Στη θέση της συνοικίας Πουλιού, στη σημερινή πόλη της Λευκάδας, υπήρχε το μικρό ψαροχώρι της Αμαξικής ή αλλιώς Νεοχώρι. Εκεί υπήρχε μόνο ο ξυλόπηκτος ι. ναός του Αγίου Αθανασίου και κτήματα Τούρκων γαιοκτημόνων, απ’ τους οποίους έχουν διασωθεί διάφορα τοπωνύμια (Κουζούντελη, Σεχλιμπού).

Η έδρα του Αρχιεπισκόπου Λευκάδος είχε μεταφερθεί στην Ιερά Μονή Παναγίας της Επισκοπής, στο Σπανοχώρι των Σφακιωτών.

Τα λευκαδίτικα μοναστήρια[4]

Την περίοδο της Τουρκοκρατίας χτίσθηκαν για πρώτη φορά ή ανακαινίσθηκαν ριζικά όλα τα μοναστήρια στην ενδοχώρα του νησιού. Οι Χριστιανοί, προκειμένου να γλιτώσουν την περιουσία τους από τις αρπακτικές διαθέσεις των Τούρκων και για να γλιτώσουν τη βαριά φορολογία, δώριζαν ή κληροδοτούσαν τα κτήματά τους στις ιερές μονές. Έτσι τα μοναστήρια απέκτησαν σημαντική ακίνητη περιουσία και γνώρισαν ημέρες ακμής, προσφέροντας παράλληλα πνευματική και οικονομική ενίσχυση στον ταλαιπωρημένο λαό της Λευκάδας. Τότε αγιογραφήθηκαν με βάση τους κανόνες της βυζαντινής αγιογραφίας τα καθολικά των μονών, με αξιόλογες εικόνες που σώζονται μέχρι σήμερα, παρά τις πολλές και μεγάλες φθορές που επεσώρευσε ο χρόνος.

Τα μοναστήρια που καταγράφονται την περίοδο αυτή, μικρότερα και μεγαλύτερα, είναι τα εξής:

α. η Ιερά Μονή Φανερωμένης, πάνω από το Φρύνι,

β. η Μονή της Οδηγήτριας, στο τέλος της πεδιάδας της Αμαξικής προς την ενδοχώρα του νησιού, στη αρχή του δρόμου προς τους Σφακιώτες και γενικά την ενδοχώρα του νησιού

γ. η Μονή του Αγίου Ιωάννου στο Λιβάδι, που σήμερα βρίσκεται στα διοικητικά όρια του Δήμου Καρυάς

δ. η Μονή του Αγίου Ιωάννου στα Περιβολάκια, νότια του χωριού Αγιος Πέτρος ε. η Μονή του Αγίου Γεωργίου στους Σκάρους, πάνω από τον οικισμό Κολυβάτα της περιφερείας Αλεξάνδρου

στ. η Μονή του Αγίου Δημητρίου στη Γράβα στο χωριό Χαραδιάτικα

ζ. η Μονή του Ασωμάτου Μιχαήλ, πάνω από το χωριό Βαυκερή

η. η Μονή του Ασωμάτου Μιχαήλ στο Αδάνι της περιοχής Πλατυστόμων

θ. η Μονή του Προφήτη Ηλία στους Σφακιώτες

ι. η Μονή του Αγ. Νικολάου στα Θερμάτα της Εγκλουβής

ια. η Μονή του Αγίου Νικολάου στην χερσόνησο της Ιράς, στην περιφέρεια του Αθανίου ιβ. η Μονή της Κόκκινης Εκκλησιάς, που τιμάται στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, στα Πλατύστομα

ιγ. η Μονή του Αγίου Ιωάννου στο Ροδάκι στα Βουρνικά ιδ. η Μονή του Αγ. Γεωργίου στο Μπισά Μαραντοχωρίου

ιε. η μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η λεγόμενη «Επισκοπή», στο Σπανοχώρι των Σφακιωτών

ιστ. η Μονή της Παναγίας στους Κήπους, στο Καλαμίτσι ιζ. η Μονή του Αγίου Κηρύκου στο Αθάνι.

Καθένα από τα μοναστήρια αυτά είχε ή απέκτησε στο μεταξύ περισσότερα μετόχια, που αποτελούνταν από ένα ναό και βοηθητικά οικήματα, χρήσιμα για τις γεωργικές εργασίες στα κτήματα της κάθε κυρίαρχης Ι. Μονής.

Αρχίζει η Ενετοκρατία (1684 – 1797)

Στις 6 Αυγούστου 1684 -μετά από πολιορκία 16 ημερών και με τη βοήθεια των ντόπιων, αλλά και 150 οπλισμένων ιερέων και μοναχών, υπό τον μητροπολίτη Κεφαλληνίας Τιμόθεο Τυπάλδο- το στράτευμα που τελούσε υπό τις διαταγές του Ενετού αρχιστρατήγου Φραγκίσκου Μοροζίνη, Ιππότη του Αγίου Μάρκου, κατέλαβε το Φρούριο της Αγίας Μαύρας, επεκτείνοντας την επικράτεια της Γαληνοτάτης Ενετικής Πολιτείας[5]. Η κατάληψη της Λευκάδας ήταν ο πρώτος σταθμός της προς Ανατολάς εκστρατείας του Μοροζίνη, γι’ αυτό την χαρακτήριζε «πρωτότοκη θυγατέρα των κτήσεών» του.

Η ίδρυση της Αμαξικής

Μία από τις πρώτες κινήσεις του Μοροζίνη ήταν να διώξει τους ντόπιους κατοίκους από τις δύο πολίχνες, δεξιά και αριστερά του Φρουρίου και να τους στείλει να κατοικήσουν σε μια ελώδη έκταση, στην περιοχή της Αμαξικής. Στο ίδιο μέρος θα εγκατασταθούν και κάτοικοι άλλων περιοχών, που συμμάχησαν με τους Ενετούς και σε αντιστάθμισμα έλαβαν ακίνητη περιουσία στη Λευκάδα τίτλους ευγενείας και αξιώματα. Εδώ έφτασαν ακόμη και πρόσφυγες από την Κρήτη και άλλες ενετοκρατούμενες περιοχές, που είχαν περάσει στο μεταξύ στα χέρια των Τούρκων, αλλά και κάτοικοι των γύρων περιοχών της Στερεάς και της Ηπείρου, που θέλησαν να ξεφύγουν από την τουρκική τυραννία και να δοκιμάσουν καλύτερες μέρες σε περιοχές που τελούσαν υπό την κυριαρχία Χριστιανών, όπως οι Ενετοί.

Οι «Μπ(ου)ρανέλοι»

Ανάμεσά τους -λέει η παράδοση- και κάτοικοι του Μπουράνο, ενός από τα νησάκια που απαρτίζουν την πόλη της Βενετίας. Απ’ αυτούς τους Βενετσιάνους ψαράδες πήραν το όνομά τους και όλοι οι κάτοικοι της Αμαξικής. Αυτοί αποτέλεσαν την αγιομαυρίτικη κοινωνία: κοινωνία στατική, κλειστή, με έντονη διαστρωμάτωση (ευγενείς – γαιοκτήμονες, αστοί – έμποροι και βιοτέχνες, λαϊκά στρώμματα – ψαράδες, ναυτικοί, γεωργοί, εργάτες). Όμως μια κοινωνία με ανθρώπους φιλοπρόοδους και φιλόμουσους· με διάθεση φιλοπαίγμονα· ανθρώπους που ήξεραν να απολαμβάνουν τις μικρές χαρές της ζωής. Απ’ τη μια στήθηκε, λοιπόν, ο κόσμος των «Μπ(ου)ρανέλων» κι απ’ την άλλη βρέθηκαν οι «χωριάτες». Οι αντιθέσεις, έντονες, ξεκινούν από την διαφορετική προφορά, αφορούν τη νοοτροπία και τον χαρακτήρα και οδηγούν συχνά σε χοντρά πειράγματα από τους μεν σε βάρος των δε.

Οι ναοί της Χώρας

Στους κατοίκους της νέας πόλης οι Ενετοί παραχώρησαν εκτάσεις για να χτίσουν τα σπίτια τους, αλλά και εκκλησίες. Με πρώτο το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα (1685) χτίστηκαν έτσι σιγά-σιγά οι εκκλησίες της πόλης της Λευκάδας. Τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής και του εσωτερικού διακόσμου έθεταν οι Ενετοί, οι ανάγκες της καθημερινής ζωής και η οικονομική κατάσταση των κτητόρων ή των συναδελφών κάθε εκκλησίας.

Έτσι, μέσα στην πόλη θα συναντήσουμε μονάχα μονόκλιτους ναούς, σε ρυθμό απλής, δρομικής βασιλικής. Η δυτική τέχνη θα επιδράσει στην εγχώρια παράδοση της αγιογραφίας. Οι αγιογράφοι των ναών της Λευκάδας εγκαταλείπουν τα αυστηρά βυζαντινά μοτίβα και κινούνται στα πλαίσια της μεταβυζαντινής τέχνης, ενώ αργότερα -γύρω στα μισά του ιθ’ αιώνα- θα μιμηθούν τα ζωγραφικά πρότυπα της Αναγέννησης.

Οι λευκαδίτικοι ναοί είναι διακοσμημένοι εσωτερικά με εικόνες και θρησκευτικούς πίνακες σπουδαίων Λευκαδίων και ξένων καλλιτεχνών, όπως του Σπυρίδωνα Γαζή, του Στυλιανού Δεβάρη, του Παναγιώτη και του Νικολάου Δοξαρά, του Τομάζο Τζεν, του Σπυρίδωνα Σταμπόγλη, του Ιωάννη Ρούσου, του Σπυρίδωνα Βεντούρα, του Δημητρίου Καμπίσου – Μπέλου κ.ά. Αρκετοί απ’ αυτούς ήρθαν στη Λευκάδα από άλλες ενετοκρατούμενες περιοχές, αφού η ενιαία κυριαρχία των Ενετών στα νησιά του Ιονίου παρείχε στους καλλιτέχνες την ευχέρεια στις μετακίνησης και διευκόλυνε τη διακίνηση και των καλλιτεχνικών ρευμάτων.

Όμως και τα ξυλόγλυπτα μπαρόκ τέμπλα τέμπλα των εκκλησιών δεν υστερούν σε καλλιτεχνική αξία.

Σήμερα υπάρχουν στην πόλη της Λευκάδας συνολικά δεκαοχτώ ναοί, οι οποίοι χτίστηκαν για πρώτη φορά ανάμεσα στα έτη 1685 και 1750 (Ευαγγελιστρίας-Μητροπόλεως, Αγ. Μηνά, Αγ. Σπυρίδωνα, Παντοκράτορος, Εισοδίων, Αγ. Νικολάου, Αγ. Αναργύρων, Παναγίας των Ξένων, Αγ. Χαραλάμπους, Αγ. Δημητρίου, Αγ. Γεωργίου, Αγ. Ιωάννου Θεολόγου, Αγ. Ιωάννου του Προδρόμου, Αγ. Παρασκευής, Αγ. Βασιλείου, Αγ. Βησσαρίωνα στην Αγια-Κάρα, Αγ. Αντωνίου, Αγ. Παντελεήμονος).

Αρχιεπίσκοπος Λευκάδος και Αγίας Μαύρας

Από το 1689 ο Αρχιεπίσκοπος Λευκάδος και Αγίας Μαύρας παύει να εκλέγεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά για την ανάδειξή του ψηφίζουν πλέον οι κληρικοί του νησιού. Ο πρώτος Αρχιεπίσκοπος επί Ενετοκρατίας, ο Ανθιμος Μαρίνος, μεταφέρει την έδρα του από τους ορεινούς Σφακιώτες στη νέα πόλη της Αμαξικής και συντάσσει τον Κανονισμό της τοπικής Εκκλησίας.

Ο «Σαγρέδειος Νόμος»

Η Γαληνοτάτη πάντοτε επεφύλαξε για τον εαυτό της την αρμοδιότητα να ρυθμίζει το νομικό status και τα διοικητικά ζητήματα των θρησκευτικών κοινοτήτων, αφήνοντας στους θρησκευτικούς ηγέτες αρμοδιότητες πνευματικής φύσεως.Το σημαντικότερο νομοθέτημα που ρύθμισε την οργάνωση και τη διοίκηση των ναών και των εκκλησιαστικών κοινοτήτων ήταν το Διάταγμα του Γενικού Προνοητή Θαλάσσης Αυγουστίνου Σαγρέδο (1754). Ο «Σαγρέδειος Νόμος» διακρίνει τους ναούς της Επτανήσου σε συναδελφικούς, υπό πατρωνείαν ιδιωτικού Δικαίου και υπό πατρωνείαν δημοσίου Δικαίου.

Επίσης, ρύθμισε τα σχετικά με τη διοίκηση των Μονών, καταργώντας την ισοβιότητα των ηγουμένων και θεσπίζοντας εκλογές ανά διετία. Αυτό το μέτρο απέβλεπε στην καλύτερη διαχείριση της περιουσίας των μονών. Παρ’ όλα αυτά, δυναμίτισε την εσωτερική συνοχή των μοναστικών αδελφοτήτων και οδήγησε σε παρακμή τον κοινοβιακό μοναχισμό της Λευκάδας – μαζί με άλλους παράγοντες, βέβαια, όπως τη βαριά φορολογία και τη δυνατότητα των ιερομονάχων να αναλαμβάνουν εφημεριακά καθήκοντα σε ναούς της Χώρας και των χωριών.

Άλλες συνέπειες της Ενετοκρατίας

Η ενετική κατάκτηση είχε σαν συνέπεια την τέλεση μικτών γάμων μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, την τέλεση κοινών εκκλησιαστικών τελετών (π.χ. λιτανείες), την ίδρυση λατινικής Αγίας Τράπεζας μέσα στον ορθόδοξο μητροπολιτικό ναό κ.ά.

Ωστόσο πρέπει να αναγνωρίσουμε και τα θετικά στοιχεία της ενετικής κατάκτησης, όπως την άρτια -για τα δεδομένα της εποχής- οργάνωση των δημόσιων υπηρεσιών και των κρατικών αρχείων.

Η κατάλυση της Γαληνοτάτης

Το 1797 και με τη συνθήκη του Campoformio καταλύεται από τον Μέγα Ναπολέοντα η πάλαι ποτέ ένδοξη «Γαληνοτάτη Ενετική Πολιτεία», η «Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου» και «Νύμφη του Αδρία». Οι κτήσεις της στα παράλια της Αδριατικής και του Ιονίου, καθώς και τα Επτάνησα περνούν στην κυριαρχία της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ο Κορσικανός στρατηγός Ναπολέων Βοναπάρτης (έτσι τιτλοφορείται ακόμη) προελαύνει με ασυγκράτητη στρατιωτική ορμή προς τη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, επαγγελλόμενος τις αρχές της Γαλλικής Επανάστασης (1789): «Ελευθερία, Ισότης, Αδελφότης» και διευρύνοντας την πολιτική και στρατιωτική ισχύ της χώρας του.

Οι Δημοκρατικοί Γάλλοι στη Λευκάδα (1797-1798)

Στις 6 Ιουλίου 1797 οι Δημοκρατικοί Γάλλοι φτάνουν στη Λευκάδα. Διορίζουν 24μελή Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση (9 ευγενείς – 15 λαϊκοί), με πρώτο στον κατάλογο τον Αρχιεπίσκοπο Λευκάδος Ιωακείμ Μαρίνο, ο οποίς παραιτήθηκε αμέσως, αντιτιθέμενος στην υποκριτική στάση των άθεων Γάλλων. Οι νέοι κατακτητές μετέτρεψαν τον ορθόδοξο ναό της Αγίας Μαύρας και τον λατινικό ναό του Παντοκράτορος στο Κάστρο σε αποθήκες ζωοτροφών, περιέπαιζαν τις εκκλησιαστικές τελετές, επεχείρησαν να αντικαταστήσουν το χριστιανικό εορτολόγιο με νέες εορτές της «θρησκείας των Θεοφιλανθρώπων» και λεηλάτησαν ή κατέστρεψαν πολλούς ναούς της υπαίθρου.

Ρωσότουρκοι (1798-1800)

Το 1798 Ρώσοι και Τούρκοι συμμαχούν κατά των Γάλλων. Παρ’ ότι αρχικά οι Επτανήσιοι είχαν καλοδεχτεί τους (Δημοκρατικούς) Γάλλους, γρήγορα στράφηκαν εναντίον τους -με προτροπή και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έτσι, ενώ ο ρωσικός στόλος υπό το ναύαρχο Θεόδωρο Ουσακώφ κατελάμβανε το ένα μετά το άλλο τα Ιόνια Νησιά, οι κάτοικοι τον υποδέχονταν ως ελευθερωτή τους. Ο Ουσακώφ ενήργησε προκειμένου να εγκατασταθεί και πάλι -μετά από έξι αιώνες- Ορθόδοξος Μητροπολίτης στην Κέρκυρα και να ανυψωθούν οι Αρχιεπισκοπές Λευκάδος και Αγ. Μαύρας και Κεφαλληνίας και Ζακύνθου σε Μητροπόλεις.

«Επτάνησος Πολιτεία» (1800-1807)

Αναχωρώντας από τα Ιόνια Νησιά ο Ουσακώφ έχει εξασφαλίσει ειρήνη και ηρεμία, που θα επιτρέψουν την σύσταση της «Επτανήσου Πολιτείας» το 1800. Το πρώτο αυτόνομο ελληνικό κρατίδιο μετά την Αλωση θα τελούσε υπό την κυριαρχία της Υψηλής Πύλης και με την εγγύηση της Ρωσίας. Στις 16 Μαρτίου 1801 ο Μητροπολίτης Παρθένιος Β’ ευλόγησε τη σημαία του νεοσύστατου κρατιδίου, η οποία υψώθηκε στις επάλξεις του Φρουρίου.

Η πολιορκία του Αλή Πασά

Όμως ήδη από τις αρχές του 1800 ο τύραννος των Ιωαννίνων Αλή Πασάς αρχίζει να απειλεί τη Λευκάδα. Προς το παρόν ο κίνδυνος αποσοβείται, αλλά το 1806 οι συμμαχικοί δεσμοί Ρώσων και Τούρκων διασπώνται και ο Αλή Πασάς, παρακινημένος από τη γαλλική διπλωματία, στρέφεται εναντίον των Ρώσων. Ξεκινώντας έναν πόλεμο νεύρων, συγκεντρώνει σταδιακά τα στρατεύματά του και πραγματοποιεί όλες τις απαιτούμενες προπαρασκευαστικές εργασίες. Στις αρχές του 1807 αρχίζει την πολιορκία του Φρουρίου της Αγίας Μαύρας. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, οικοδομεί το οχυρό «Τεκές»[6] και επίσης, κατασκευάζει το οχυρό του Αγίου Γεωργίου στην περιοχή της Πλαγιάς, προκειμένου να πλήξει τα οχυρά των αντιπάλων, «Αλέξανδρος» και «Κωνσταντίνος».

Η συνάντηση στου «Μαγεμένου» – Οργάνωση της άμυνας

Η κυβέρνηση της «Επτανήσου Πολιτείας» δεν παραμένει αδρανής, αλλά στέλνει ως έκτακτο πληρεξούσιο τον Κερκυραίο Ιωάννη Καποδίστρια, μετέπειτα πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας[7]. Ο Καποδίστριας θα επιβλέψει την κατασκευή πρόσθετων οχυρωματικών έργων από τον Γάλλο μηχανικό Μπισσώ και θα οργανώσει την άμυνα του νησιού, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, με πρωτοπόρο τον Μητροπολίτη Λευκάδος και Αγίας Μαύρας Παρθένιο Β’ Κονιδάρη[8]. Παράλληλα, από κοινού διοργανώνουν την σημαντική συνάντηση κλεφτών και αρματωλών στου «Μαγεμένου»[9], με την συμμετοχή του Κολοκοτρώνη, που υπηρετούσε στον αγγλικό στόλο, του κλέφτη Κατσαντώνη, του μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αρτης (μετέπειτα Ουγγροβλαχίας) Ιγνατίου κ.ά.

Η λύση της πολιορκίας

Στην άμυνα του νησιού συνέδραμαν και άλλοι Επτανήσιοι, καθώς ο κίνδυνος δεν στρεφόταν απλώς κατά του νησιού της Λευκάδας, αλλά εναντίον ολόκληρης της «Επτανήσου Πολιτείας». Μετά από παρασκηνιακές διπλωματικές διαβουλεύσεις, ο Αλή Πασάς έλυσε την πολιορκία τα ξημερώματα της 20ής Οκτωβρίου 1807 και οι Λευκαδίτες απέδωσαν τη σωτηρία τους σε θαύμα της Φανερωμένης και του Αγίου Γερασίμου.

Αυτοκρατορικοί Γάλλοι (1807-1810) και Άγγλοι (1810-1864) στη Λευκάδα

Σχεδόν αμέσως έφτασαν στο νησί οι Αυτοκρατορικοί Γάλλοι, αφού ο Ναπολέων είχε ήδη στεφθεί αυτοκράτορας της Γαλλίας, μέχρι τον Μάρτιο του 1810.

Τότε, μετά από σκληρή μάχη με τους Γάλλους και με την υποστήριξη των Λευκαδιτών, οι Αγγλοι καταλαμβάνουν το νησί. Με τη Συνθήκη των Παρισίων (1813) ιδρύεται το «Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων», υπό την «Προστασία» της Μεγάλης Βρεττανίας. Το 1817 ο Λόρδος Μέγας Αρμοστής Sir Thomas Maitland παραχωρεί το Σύνταγμα του Ιονίου Κράτους. Αρχίζουν τότε να λειτουργούν η Βουλή και η Γερουσία (Κυβέρνηση), με μέλη εκλεγμένα από τους Ιόνιους πολίτες.

Η στάση των χωρικών κατά των Άγγλων (1819)

Το 1819 οι Λευκαδίτες χωρικοί, πιεσμένοι οικονομικά και κοινωνικά, αντέδρασαν στη βαριά φορολογία που επέβαλε η αγγλική διοίκηση του Ιονίου Κράτους, με αφορμή τη διάνοιξη της Διώρυγας και την κατασκευή νέου λιμανιού της Λευκάδας. Η φορολογία αφορούσε το λάδι, το κρασί, τα δημητριακά και τα όσπρια, τα ζώα, τα αλιευτικά σκάφη και τα εμπορικά πλοία, ενώ υπό τους προηγούμενους κατακτητές οι χωρικοί μας πλήρωναν μόνο το φόρο της δεκάτης. Θεωρούσαν μάλιστα ανεπιεικές να επωμισθεί μόνο το νησί της Λευκάδας (Αγ. Μαύρας) το κόστος κατασκευής αυτών των δημοσίων έργων, αφού θα βοηθούσε την οικονομία, τη ναυτιλία και το εμπόριο ολόκληρου του Ιονίου Κράτους.

Η εξέγερση ξεκίνησε από τους Σφακιώτες και το μοναστήρι της Επισκοπής στο Σπανοχώρι. Σύντομα συγκεντρώθηκαν έξω από την πόλη Λευκαδίτες απ’ όλα τα χωριά. Προκλήθηκαν συμπλοκές με τον αγγλικό στρατό και η κορυφαία μάχη δόθηκε στη θέση «Μπόζα» της διαδρομής προς Σφακιώτες (όπου ήδη ο Δήμος Σφακιωτών ανήγειρε μνημείο), με αποτέλεσμα να σκοτωθούν περί τους 200 Αγγλους. Οι εξεγερμένοι οπισθοχώρησαν προς την Εξάνθεια και σύντομα διαλύθηκαν λόγω της έλλειψης πολεμοφοδίων και της άφιξης πολεμικών πλοίων από την Κέρκυρα.

Πολλοί πέρασαν στη γειτονική Στερεά, όπου και πολέμησαν στον Αγώνα του 1821. Στους περισσότερους όμως χορηγήθηκε αμνηστία, εκτός από τους τέσσερις πρωτεργάτες της εξέγερσης, μεταξύ των οποίων ο ιερομόναχος Θεόκλητος Στραβοσκιάδης από την Απόλπαινα και ο παπα- Μελάς από τα Ασπρογερακάτα. Αυτοί απαγχονίσθηκαν και τα σώματά τους, αφού τα άλειψαν με πίσσα, οι Αγγλοι τα κρέμασαν στις εισόδους της Χώρας και στο σημερινό καρνάγιο, μέσα σε σιδερένια κλουβιά, «προς γνώση και συμμόρφωση» των υπολοίπων. Ακολούθησε αφοπλισμός του πληθυσμού.

Η Λευκάδα στον Αγώνα του 1821

Δυο χρόνια αργότερα, το 1821, η Λευκάδα συγκλονίστηκε απ’ το εγερτήριο σάλπισμα της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί Λευκαδίτες έσπευσαν να λάβουν μέρος στον αγώνα των Ελλήνων για την Ελευθερία. Τρεις υπήρξαν οι λόγοι που ώθησαν τους Λευκαδίτες στον στίβο του Αγώνα: 1) ο δικός τους πόθος για την ελευθερία σε συνδυασμό με το μίσος για τον ξένο Δυνάστη. Πρόσφατη ήταν άλλωστε η προ διετίας, 1819, εξέγερση των Λευκαδίων χωρικών εναντίον των Αγγλων. 2) η κοινή με τους υπόλοιπους Έλληνες εθνική συνείδηση, και 3) η φυσική γειτνίαση του νησιού με την Στερεά Ελλάδα όπως και η γεωφυσική διαμόρφωση του εδάφους του.

Οι Άγγλοι αντιδρούν, οι Λευκαδίτες αναχωρούν για την μάχη

Οι Αγγλοι, βέβαια , πιστοί στην «αρχή της νομιμότητας» αρχικά, αντιτάχθηκαν στις κινήσεις των Λευκαδίων που συμπαθώς εκδηλώνονταν για τους υπόλοιπους Έλληνες. Απαγορεύθηκε η με κάθε τρόπο, συμμετοχή τους στην Επανάσταση. Επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος στα νησιά. Οι παραβάτες των απαγορεύσεων τιμωρούνται με δια παντός εξορισμό από τα νησιά, δήμευση κινητής και ακίνητης περιουσίας τους κ.α.

Είναι σαφής η σχετική πράξη της Γερουσίας:

«ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΙΣ ΠΡΩΤΗ της Δευτέρας Γερουσίας κεξ. κεξ.

Αριθ. Δ’ ΤΙΤΛΟΣ

ΠΡΑΞΙΣ της Γερουσίας, η οποία διορίζει την ποινήν των Εξορίστων και Κακοποιών οπού εμβαίνουν κρυφίως εις την Νήσον της Αγίας Μαύρας (Κορφοί, 22 Μαρτίου 1823)

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Επειδή εξάγεται από αναφοράς της Διοικήσεως της Αγίας Μαύρας, ότι κάποιοι φαυλόβιοι εξόριστοι, διατρίβοντες εις την γειτονικήν αποστατισμένην Ήπειρον, ευρίσκουν τον τρόπον του να εμβαίνουν εις την ειρημένην Νήσον, εξαιτίας οπού αυτή είναι πολύ κοντά εις την Ήπειρον, βάνοντες τοιουτοτρόπως τους Εγκατοίκους της εις κινδύνους της Υγείας και της κοινής ησυχίας και προξενούντες παρακοήν εις τας Αυθεντικάς Διαταγάς οπού εσχάτως επεκυρώθησαν, περί του πώς να μεταχειρίζωνται και να κρατώνται τα άρματα – Διά τούτο, διά της παρούσης Πράξεως, τη Εξουσία της ΑΥΤΟΥ ΥΨΗΛΟΤΗΤΟΣ του ΠΡΟΕΔΡΟΥ και της Εκλαμπροτάτης ΒΟΥΛΗΣ, τη γνώμη και συναινέσει της Ευγενεστάτης Νομοθετικής Συνελεύσεως του Ενωμένου Κράτους των Ιονικών Νήσων εν τη Πρώτη Συνάξει ταύτη της Δευτέρας Γερουσίας, και τη επικυρώσει της Αυτού Εξοχότητος του ΛΟΡΔ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΡΜΟΣΤΟΥ του ΒΑΣΙΛΕΩΣ του Προστάτου, νομοθετούνται και προστάζονται τα εξής.

Αριθ. 1. Κάθε άνθρωπος εξωρισμενος από το Κράτος τούτο ή κηρυγμένος έξω της υπερασπίσεως του Νόμου διά του 186 Άρθρου του Κώδικος της Δικαστικής Μεθόδου, ή όπου διεκηρύχθη διά κατηγορίας Εγκληματικού Αμαρτήματος, κατά το 166 Άρθρον του αυτού Κώδικος, ο οποίος έχει εις την εξουσίαν του, ή φέρει επάνω του άρματα εις την Νήσον της Αγίας Μαύρας θα υποφέρει ποινήν θανάτου.

Αριθ. 2. Κάθε άνθρωπος εξωρισμένος ή κηρυγμένος έξω από την υπεράσπισιν του Νόμου, ο οποίος έμβη εις την ειρημένην Νήσον, εάν πιασθή αρματωμένος ή όχι, θα υποφέρει ποινήν θανάτου.

Αριθ. 3. Διά τα εγκλήματα οπού σαφηνίζονται εις τα προηγούμενα Άρθρα (εκτός των άλλων αμαρτημάτων, διά τα οποία οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ημπορούσαν να είναι εγκαλεσμένοι) θα γίνεται κατ’ ευθείαν η εγκάλεσις εναντίον αυτών παρά του Δημοσίου Συνηγόρου της Νήσου κατά το 90 Άρθρον του ρηθέντος Κώδικος, όντας εις χρέος το Εγκληματικόν Κριτήριον να ενασχοληθή εις την τοιαύτην Κρίσιν, προκρίνοντάς την από κάθε άλλην υπόθεσιν.

Αριθ. 4. Η παρούσα θα τυπωθή, δημοσιευθή, καρφωθή και σταλθή προν όποιον ανήκει διά την εκτέλεσίν της».

Παρόλα αυτά, το ακατάβλητο εθνικό φρόνημα των Λευκαδίων τους ώθησε σε πράξεις ηρωικές. 853 κάτοικοι του νησιού λαμβάνουν μέρος στον Αγώνα, ισοδυναμούν με το V των ικανών προς οπλοφορία ανδρών του νησιού.

Με απόλυτη μυστικότητα κινήθηκαν οι Λευκάδιοι για χάρη των επαναστατημένων αδελφών τους. Αφηγείται ο Ιωάννης Ζαμπέλιος στα «Απομνημονεύματά» του:

«Πόσων οι γυναίκες, με το βρέφος στο δεξί χέρι και τον Σταυρό στο άλλο δεν πρόπεμψαν τους άνδρες τους ως «στου Μαγεμένου», όπου αφού φιλιόνταν αμοιβαία, αποχωρίζονταν δακρυσμένοι. Και έλεγαν οι άνδρες:

– Πηγαίνω για την πατρίδα, αγαπητή μου! Πηγαίνω και σε αφήνω, πιστή μου! Στον λαιμό σου κρεμώ τα παιδιά μας έως να επιστρέψω. Αν όχι, σμίγουμε πλέον επάνω…

Έφευγε πίσω η όμορφή του. Αυτός έπεφτε στην θάλασσα. Έφερε τα ρούχα στους ώμους του, έπαιρνε το όπλο του ως οδηγό στα κοιλώματα της θάλασσας και έφτανε στην αντίπερα της Λευκάδος ακτή, την «Λάμνια», σαν να βαφτιζόταν στην μεγάλη κολυμβύθρα του Θεού πριν να βαπτιστεί στο αίμα των τυράννων. Εκεί τρέχοντας με το σκουριασμένο όπλο του ενωνόταν στην μάχη με τους Λευκαδίους συμπολεμιστές του».

«Του αρματωλού φωλιά»

Από πολύ νωρίς το νησί λειτούργησε ως καταφύγιο κυνηγημένων κλεφτοαρματωλών. Δίκαια αναφωνεί ο Κ. Παλαμάς «Χαίρε και συ της Ρούμελης γειτόνισσα, ω Λευκάδα, του αρματολού φωλιά».

Η Φιλική Εταιρία στη Λευκάδα

Από το 1817 – 1818 εμφανίζεται η Φιλική Εταιρία στο νησί. Μπορούν τώρα πλέον οι Λευκαδίτες να συμμετάσχουν ενεργά στην οργάνωση της Επανάστασης. Πρωτεργάτης ο τότε

Εισαγγελέας Ιωάννης Ζαμπέλιος. Μυημένος από τον Ηπειρώτη γιατρό Ιωάννη Ζαπραλή και σε συνεργασία με τον επίσης Φιλικό Αγγελο Σούνδια προετοιμάζουν μυστικά την Φλόγα που θα δώσει την λευτεριά.

Η ορκωμοσία των Φιλικών στη Λευκάδα

Το 1820 λαμβάνουν επιστολή από την Τοπική Εφορεία της Κέρκυρας που έλεγε μεταξύ άλλων: «Αδελφοί, έφθασεν η ώρα! Η Ελληνική Επανάστασις μετ’ ου πολύ εκρήγνυται… Εκλέξατε εκ των Λευκαδίων όσους γνωρίζετε αγαπώντας την πατρίδα… και διορίσατε τα κατά τας διαφόρους τάξεις των μέλη της Φιλικής Εταιρείας… Κάμετε χρηματιστικήν τράπεζαν, καταθέσατε σεις οι πρώτοι δια παράδειγμα των λοιπών… ώστε να δύνασθε ν’ απαντήσετε τα έξοδα πάσης πολεμικής βοηθείας. Μετ’ ου πολύ, αρχομένου του 1821 και ίσως μετά την εορτήν των Επιφανίων θέλουν συνέλθει παρ’ ύμιν πολλοί καπεταναίοι της Στερεάς… με σκοπόν ν’ αποφασίσωσι το σχέδιον της Επαναστάσεως κατά τε την Στερεάν και την Πελοπόννησον και τας Νήσους… Όλα ταύτα προσέξατε να γίνουν με πάσαν εχεμύθειαν δια να μην υπονοήσει τι η της Επτανήσου διοίκησις……»

Έτσι κι έγινε. Την πρώτη εβδομάδα της Αποκριάς του 1821 ο ένας μετά τον άλλον καταφθάνουν στο νησί οπλαρχηγοί από άλλα μέρη της υπόδουλης ακόμη Ελλάδας. Ξεχωρίζουν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Μακρής, ο Στουρνάρας, ο Κοντογιάννης, ο Μήτσας, ο Πανουργιάς, ο Ζαπραλής, ο Πολίτης, ο Αριστείδης Παππάς, ο Ηλίας Μαυρομιχάλης, γιος του προεστού της Μάνης, Πετρόμπεη. Αυτός προσποιόταν τον καρβουνιάρη. Γύριζε καθημερινά στο «Παζάρι» φωνάζοντας: «Πάρτε κάρβουνα για ν’ ανάψει η φωτιά», εννοώντας βέβαια: «Βοηθήστε όλοι για να φουντώσει η φλόγα της Επανάστασης».

Μέχρι να συγκεντρωθούν όλοι στο νησί, συνάζονταν οι ήδη αφιχθέντες στα διάφορα εξωκλήσια των περιχώρων της Αγιομαύρας καθώς και στο σπίτι του ίδιου του Ζαμπέλιου «όπου εξόχως εγίνετο το σχέδιον της Επαναστάσεως». Στο τέλος ενός από τα συμπόσια έστησαν μεγάλο χορό από την κορυφή της Αγοράς μέχρι την Πλατεία. Όλοι θαυμάζουν την λεβεντιά και την ευλυγισία των παλικαριών που έμελλαν να γίνουν ελευθερωτές της Ελλάδας.

Τελικά, συγκεντρώθηκαν όλοι την Κυριακή των Απόκρεω, 30 Ιανουαρίου και ώρα 11 το πρωί, στο σπίτι του Ζαμπέλιου με κάθε μυστικότητα. Εκεί, οι Πελοποννήσιοι απεσταλμένοι ανακοίνωσαν ότι στα μέρη τους η Επανάσταση θα ξεκινούσε την 25η του Μάρτη και προέτρεψαν και τους υπολοίπους να ξεσηκωθούν την ίδια ημέρα «για να ξεσηκωθεί έτσι η Ελλάδα την ίδια στιγμή, σαν ένας οπλιτής, πρώτα για να εξαπλωθεί η επαναστατική φλόγα παντού και να θορυβηθεί ο τύραννος και δεύτερον, για να μην μπορέσουν οι τουρκικές στρατιές να μεταβούν στην Πελοπόννησο από τον Ισθμό ή το Μακρυνόρος». Κατόπιν, ο Ανδρούτσος ανέλαβε την κατάληψη της Λιβαδειάς και οι Βαρνακιώτης, Τσόγκας και Καραϊσκάκης την επίθεση εναντίον των Τούρκων του Βραχωριού, του Μεσολογγιού και των Σαλώνων.

Μετά τις συμφωνίες αυτές κατευθύνθηκαν όλοι στο εκκλησάκι της Παναγίας της Βλαχέρνας, μέσα στον Κάμπο. Μαζί τους και οι Λευκαδίτες Φιλικοί. Ορκίσθηκαν πάνω στο Ιερό Ευαγγέλιο από τον Μ. Πρωτοπαπά Ζαχαρία Μοντεσάντο υποσχόμενοι να μείνουν πιστοί στον ιερό σκοπό. Γονατιστοί και με δάκρυα στα μάτια παρακαλούν τον Θεό να σώσει την Ελλάδα που ξεσηκώνονταν και να στέψει με την θεία χάρη το έργο τους. Έτσι, η συνάντηση αυτή έγινε η πρώτη επίσημη πράξη της Επανάστασης του ’21 στην κυρίως Ελλάδα. Είναι ο ευαγγελισμός της νεκρανάστασης του σκλαβωμένου Γένους.

Οι Λευκαδίτες αγωνιστές

Λευκαδίτες αγωνίστηκαν παντού, σε ολόκληρη την εξεγερμένη Χώρα. Όλοι πολέμησαν σε δοξασμένα πεδία μαχών κατά την διάρκεια του Αγώνα: «στο Μανιάκι με τον Παπαφλέσσα, στο Πέτα με τον Νόρμα και τον Σανταρόζα, στο Δραγατσάνι με τους Ιερολοχίτες, στο Σκουλένι δίπλα στον Αθανάσιο Καρπενησιώτη, στο Μεσολόγγι με τους αθανάτους». Πολλοί ξεχώρισαν ως αρχηγοί ένοπλων τμημάτων: ο Θεοφύλακτος Ψιλιανός, ο Στυλιανός Πάκμωρ, ο Σπυρίδων Μεταξάς, ο Πέτρος Σικελιανός, ο στρατηγός Δημοτσέλιος από το Μεγανήσι, ο Απόστολος Σταύρακας – Πανάδας (κατά τον Ροντογιάννη, «ίσως η ηρωικότερη μορφή που έδωκε η Λευκάδα στον Αγώνα»), ο παπα – Γιάννης Σούνδιας, χιλίαρχος Μάρκος Γκίλλης και τέλος, ο γιατρός Πέτρος Στεφανίτσης, ο πρώτος που μαγείρεψε… σκύλο με λάδι για φαγητό στο Μεσολόγγι, όπως ο Κασομούλης μαρτυρεί, και για τον οποίο είπε ο Νότης Μπότσαρης: «Ιδού ο αξιώτερος όλων. Αυτός έκαμε όσα δεν εκάμαμε όλοι εμείς, επολέμα και ιάτρευε».

Αγώνες για την Ένωση

Από το 1848 σε όλα τα Επτάνησα επικρατεί επαναστατικός αναβρασμός, με αίτημα την Ένωση των Νησιών με την Ελλάδα. Οι Ριζοσπάστες κινητοποιούνται έντονα και ξεσηκώνουν τους Επτανησίους κατά της αγγλικής τυραννίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για την Ένωση. Μαζί τους θα συμπλεύσει και ο δικός μας μεγάλος ποιητής και πολιτικός, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.

Η Ένωση των Επτανησων με την Ελλάδα

Με τη Συνθήκη του Λονδίνου του 1863 η Μεγάλη Βρεταννία παραχώρησε τα Επτάνησα στην Ελλάδα, δήθεν από γενναιοδωρία ή από αβροφροσύνη προς τον εκ Δανίας νέο βασιλιά της Ελλάδας Γεώργιο. Μην λησμονούμε όμως ότι τα Επτάνησα ήταν πλέον άχρηστα για τη βρετανική εξωτερική πολιτική και τη διείσδυση των Αγγλων στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ επιπλέον οι συχνές ταραχές και εξεγέρσεις προκαλούσαν συνεχείς πονοκεφάλους στον αγγλικό θρόνο. Αιτία ασφαλώς των πονοκεφάλων ήταν οι αγώνες των Επτανησίων και καρπός αυτών η Ένωση με την Μητέρα Ελλάδα.

Η Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε την 21η Μαΐου 1864 μέσα σε πανηγυρικό κλίμα και από τότε η Λευκάδα ακολούθησε την ιστορική πορεία του ελληνικού κράτους.

to Top


[1] Είναι το πρώτο κεφάλαιο ανέκδοτης εκτεταμένης εργασίας, με θέμα: «Εκκλησιαστικό Μουσείο Ιεράς Μονής Φανερωμένης Λευκάδος: Σταυροδρόμι τοπικής Ιστορίας και Εκκλησιαστικής Τέχνης».

[2] Εκ των υστέρων κατηγορούνται οι εξ Εθνών Χριστιανοί, διότι άφησαν την πλάνη των ειδώλων και πίστεψαν στον αληθινό Θεό ή επειδή «κατέστρεψαν» τους ναούς των ειδώλων, μετασχηματίζοντάς τους σε χριστιανικούς. Λησμονούμε όμως ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να μεταβάλλει τα θρησκετικά του πιστεύω -πολλώ μάλλον όταν πρόκειται για την αληθινή θεογνωσία, την αποκάλυψη της Αλήθειας στους ανθρώπους με τη σάρκωση του Θεού Λόγου- κι ακόμη ότι δεν υπήρχε ακόμη ενδιαφέρον για την προσωπική δημιουργία ή για τα «παλαιά», δηλ. η μνημειακή/μουσειακή αντίληψη για τα πράγματα, όπως κυριάρχησε μετά την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό στους νεώτερους χρόνους. Οι επικρίσεις για επιβολή της νέας Πίστης με κρατικά διατάγματα μετά τον Μ. Κωνσταντίνο και για τις βιαιοπραγίες μεταξύ Χριστιανών και Εθνικών έχουν αξία, στο μέτρο που λαμβάνουν υπόψη τους ότι σε τέτοιες, ιστορικά κρίσιμες, μεταβατικές περιόδους επικρατεί εκατέρωθεν φανατισμός και ζήλος, που δεν είναι πάντοτε «κατ’ επίγνωσιν».

[3] Ζαμπέλης Α’, 143

[4]  Βλ. Κων. Γ. Μαχαιράς, Ναοί και Μοναί της Λευκάδος, Αθήνα 1957 – Ιερά Μονή Φανερωμένης Λευκάδος, Ημερολόγιο 2004. Αφιέρωμα: «Τα μοναστήρια της Λευκάδος» (κείμενα: Γιάννης Ζαμπέλης) – Πνευματικό Κέντρο Δήμου Λευκάδος, Κατάλογος έκθεσης φωτογραφίας «Τα παλιά μοναστήρια της Λευκάδας» (6-14 Αυγούστου 2006) (κείμενα: Γιάννης Ζαμπέλης & Αννα Νικοδήμου – φωτογραφίες: Γιάννης Βλάχος Φαλκώνης). Για τις Ι. Μονές Αγ. Ιωάννου στο Λιβάδι Καρυάς, Ασωμάτου Μιχαήλ Βαυκερής, Αγ. Ιωάννου Θεολόγου στο Ροδάκι Βουρνικά, Αγ. Δημητρίου στη Γράβα Χαραδιατίκων, Ευαγγελιστρίας Κόκκινης Εκκλησιάς Πλατυστόμων κυκλοφορούν σχετικές μονογραφίες του πρωτοπρ. Γερασίμου Ζαμπέλη και έχουν δημοσιευτεί άρθρα του σε συνέχειες στο περιοδικό Ενοριακός Λόγος, το οποίο εκδίδεται από το Ενοριακό Πνευματικό Κέντρο του Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λευκάδος.

[5] Βλ. αντί πολλών Ροντογιάννη Γ. Πάνου, Ιστορία της Νήσου Λευκάδος, τόμος Α’, Αθήνα 1980, σελ. 510 κ.εξ. και Μαχαιρά Γ. Κωνσταντίνου, Η Λευκάς επί Ενετοκρατίας (1684 – 1797), Αθήνα 1951, σελ. 21 κ.εξ.

[6] Τρανουλίδη Αχιλλέα, «Το κάστρο «Τεκές»», Πρακτικά Δ’ Συμποσίου…, ό.π., σσ. 183 κ. εξ.

[7] Κούκκου Ε. Ελένης, Ιστορία των Επτανήσων – Από το 1797 μέχρι την Αγγλοκρατία, έκδ. Γ’, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999, σ. 158 κ.εξ.

[8]  Για τον Μητροπολίτη Παρθένιο Β’ Κονιδάρη και τη δράση του κατά την πολιορκία της Λευκάδας από τον Αλή, βλ. Ζαμπέλη Γερασίμου, Πρωτοπρ., Η Λευκάδα στον τρικυμισμό της Ιστορίας, Λευκάδα 1994, σ. 271 κ.εξ. – του ιδίου, Μαρτυρίες και Μάρτυρες από την Εκκλησία της Λευκάδος (18ος – 19ος αι.), εκδ. Ενοριακού Πνευματικού Κέντρου Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Λευκάδος, Λευκάδα 2001, σελ. 73 κ. εξ. – του ιδίου, Ιστορία της Εκκλησίας της Λευκάδος, τ. Β’, Λευκάδα 2003, σ. 96 κ.εξ. – του ιδίου, Ιερά Μονή Ασωμάτου Μιχαήλ (Ιστορία – Τέχνη – Προσφορά), Λευκάδα 2003, σ. 209 κ. εξ.

[9]   Κουνιάκη Α. Δημοσθ., «Ο Καποδίστριας και η συγκέντρωση των αρματολών στου Μαγεμένου στη Λευκάδα τον Ιούλιο του 1807», Επετηρίς Εταιρίας Λευκαδικών Μελετών, τ. Α’, 1971, σ. 22 – Ζαμπέλη Γερασ., Ιστορία…, τ. Β’, ό.π., σ. 104.

to Top